Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

Περί προσευχῆς


Ἡ προσευχή εἶναι ἀτελεύτητος δημιουργία, ἀνωτέρα πάσης τέχνης καί ἐπιστήμης. Δία τῆς προσευχῆς εἰσερχόμεθα εἰς κοινωνίαν μετά τοῦ Ἀνάρχου Ὄντος. Ἡ ἄλλως: Ἡ ζωή τοῦ ὄντως Ὀντος Θεοῦ εἰσχωρεῖ ἐν ἡμίν διά τοῦ ἀγωγοῦ τῆς προσευχῆς. Αὐτή εἶναι πράξις ὑψίστης σοφίας, ὑπερέχουσα παντός κάλλους καί πάσης ἀξίας.

Ἐν τῇ προσευχῇ ἐγκρύπτεται ἡ ἁγία ἀγαλλίασις τοῦ πνεύματος ἡμῶν. Αἱ ὁδοί ὅμως τῆς δημιουργίας ταύτης εἶναι περίπλοκοι.

Μυριάκις θά βιώσωμεν καί τήν φλογεράν ἀνάτασιν πρός τόν Θεόν καί τάς ἐπαναλαμβανομένας ἐκπτώσεις ἀπό τοῦ Φωτός Αὐτοῦ. Συχνάκις καί πολυτρόπως θά αἰσθανθώμεν τήν ἀνικανότητα τοῦ νοός ἡμῶν νά ὑψωθή πρός Αὐτόν ἐνίοτε θά ἱστάμεθα ἐπί τῶν ὁρίων, τρόπον τινα, τῆς ἀφροσύνης καί ἐν ὀδύνη καρδίας θά ὁμολογώμεν εἰς Αὐτόν τήν οἰκτρᾶν ἡμῶν κατάστασιν:

«Σύ ἔδωκας τήν ἔντολήν Σου νά ἀγαπῶ, καί ἀποδέχομαι αὔτην μεθ᾿ ὅλης της ὑπάρξεώς μου. ἀλλ᾿ ἰδού, ἐν ἐμοί τῷ ἰδίῳ δέν εὑρίσκω τήν δύναμιν τῆς ἀγάπης ταύτης… Σύ εἰ ἡ Ἀγάπη. Ἐλθέ τοίνυν Σύ Αὐτός καί σκήνωσον ἐν ἐμοί καί ποίησον ἐν ἐμοί πᾶν ὅτι Σύ ἐνετείλω ἡμῖν, ὅτι ἡ ἐντολή Σου ἀμετρήτως ὑπερβαίνει ἐμέ… Ἀποκάμνει ὁ νοῦς μου, δέν δύναται νά Σέ ἐννοήση. Ἀδυνατεῖ τό πνεῦμα μου νά διεισδύση εἰς τά μυστήρια τῆς ζωῆς Σου… Θέλω ἐν πᾶσι νά ποιῶ τό θέλημά Σου, ἀλλ᾿ αἱ ἡμέραι μου παρέρχονται ἐν ἀδιεξόδοις ἀντιφάσεων… Τρέμω μή ἀπολέσω Σε ἔνεκα τῶν πονηρῶν ἐκείνων λογισμῶν, οἵτινες ἐμφωλεύουν ἐν τῇ καρδίᾳ μου· καί ὁ φόβος οὗτος καθηλοί ἐμέ ἐπί σταυροῦ… ‘Ἐλθέ οὖν καί σῶσον με τόν καταποντιζόμενον, ὡς ἔσωσας τόν Πέτρον, τόν τολμήσαντα νά πορευθῇ πρός συνάντησίν Σου ἐπί τῶν ὑδάτων τῆς θαλάσσης» (βλ. Μάτθ. 14,28-31).

…Κοπιώδης εἶναι ὁ ἀγῶν διά τήν προσευχήν. Ἐναλλάσσονται αἱ καταστάσεις τοῦ πνεύματος ἡμῶν: Ἐνίοτε ἡ προσευχή ρέει ἐν ἡμῖν ὡς ἰσχυρός ποταμός, ἄλλοτε δέ ἡ καρδία ἀποβαίνει ἀπεξηραμμένη. Ἄς εἶναι ὅμως πάσα ὕφεσις τῆς εὐχητικῆς δυνάμεως κατά τό δυνατόν βραχεία.

Προσευχή σημαίνει πολλάκις νά ὁμολογώμεν εἰς τόν Θεόν τήν ἀθλίαν ἡμῶν κατάστασιν: ἀδυναμίαν, ἀκηδίαν, ἀμφιβολίας, φόβους, λύπην, ἀπόγνωσιν, ἐν ἐνί λόγω, πᾶν ὅτι συνδέεται μετά τῶν συνθήκων τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν.

Νά ὁμολογῶμεν μή ἐπιζητοῦντες καλλιεπεῖς ἐκφράσεις οὐδέ εἰσέτι λογικόν εἰρμόν… Συχνάκις ὁ τρόπος οὗτος στροφῆς πρός τόν Θεόν ἀποβαίνει ἡ ἀρχή τῆς προσευχῆς-διαλόγου.

…Ὅταν προσευχώμεθα ἐν ἡσύχῳ καί ἐρήμῳ τόπῳ, τότε συχνάκις ὅλοι οἱ μάταιοι λογισμοί συγκεντροῦνται ἐπιμόνως πέριξ του νοός, ἀποσπῶντες τήν προσοχήν ἡμῶν ἀπό τῆς καρδίας. Ἡ προσευχή φαίνεται ἄκαρπος, διότι ὁ νοῦς δέν μετέχει εἰς τήν ἐπίκλησιν τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, καί μόνον τά χείλη προφέρουν μηχανικῶς τούς λόγους. Ὅταν δέ λαμβάνη πέρας ἡ προσευχή, τότε συνήθως οἱ λογισμοί ἀπομακρύνονται καί ἡμεῖς ἐπανευρίσκομεν τήν γαλήνην ἡμῶν. Ἐν τῷ ἀνιαρῷ τούτω φαινομένῳ ὑπάρχει ἐν τούτοις νόημα:

Διά τῆς ἐπικλήσεως τοῦ Θείου Ὀνόματος θέτομεν εἰς κίνησιν πᾶν τό κεκρυμμένον ἐντός ἡμῶν. Ἡ προσευχή ὁμοιάζει πρός δέσμην ἀκτίνων Φωτός, ἥτις πίπτει εἰς τόν σκοτεινόν τόπον τῆς ἐσωτερικῆς ἠμῶν ζωής καί ἀποκαλύπτει ὅποια πάθη καί προσκολλήσεις ἐμφωλεύουν ἐντός ἡμῶν. 

Εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ὀφείλομεν ἐντόνως νά προφέρωμεν τό Ἅγιον Ὄνομα, ὅπως τό αἴσθημα τῆς μετανοίας αὐξηθῆ ἐν τῇ ψυχῇ.

«Κύριε ‘Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον μέ τόν ἁμαρτωλόν».

Ἀπό τό βιβλίο Περί Προσευχῆς. Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου. Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1994
http://inpantanassis.blogspot.gr/

Στρατευομένη καί θριαμβεύουσα Ἐκκλησία


Συνήθως λέγεται ότι μέσα στην λατρεία της Εκκλησίας και ιδιαιτέρως στην Θεία Λειτουργία γίνεται ένωση και κοινωνία μεταξύ της στρατευομένης και της θριαμβευούσης Εκκλησίας. Χρειάζεται μια επεξήγηση αυτού του γεγονότος, για να δούμε αν ευσταθή από θεολογικής προοπτικής αυτή η έκφραση.

Ο όρος στρατευομένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία προέρχεται από τα πρόσφατα δογματικά εγχειρίδια χωρίς όμως να αναφέρονται πατερικά χωρία στα οποία φαίνεται ότι οι Πατέρες σαφώς ομιλούν για στρατευομένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία.

Με τους όρους αυτούς (στρατευομένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία) χαρακτηρίζονται οι ζώντες και οι κεκοιμημένοι άγιοι, η “αόρατη πλευρά της Εκκλησίας”, η οποία εξαρτάται «εκ της εν ουρανώ αοράτου Κεφαλής αυτής και εμψυχουμένη υπό του αοράτου Αγίου Πνεύματος» και η λεγομένη «καθαρώς ορατή πλευρά» της Εκκλησίας.


Καίτοι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ αγγέλων και ανθρώπων, κεκοιμημένων αγίων και ζώντων και οι μεν άγιοι πρεσβεύουν υπέρ των ζώντων και οι ζώντες προσεύχονται στους αγίους και τους αγγέλους, εν τούτοις η ορολογία στρατευομένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία όζει σχολαστικισμού.

Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι μέσα στην Θεία Λειτουργία γίνεται μια κοινωνία Θεού και ανθρώπων, αγγέλων και ανθρώπων, ζώντων και κεκοιμημένων, κλπ. Αλλά η φράση κοινωνία στρατευομένης και θριαμβευούσης Εκκλησίας είναι προβληματική από θεολογικής πλευράς, διότι η Εκκλησία είναι μία και αδιαίρετη, μία είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, ο Χριστός, και όλοι, ζώντες και κεκοιμημένοι, είναι ενεργεία και δυνάμει μέλη Του. Επομένως, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια στρατευομένη και για μια θριαμβεύουσα Εκκλησία, όπως δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια ποιμαίνουσα και μια ποιμαινομένη Εκκλησία, για μια διδάσκουσα και μια διδασκομένη Εκκλησία, για μια θεολογούσα και μια διοικούσα Εκκλησία.

Συνήθως λέγεται ότι στην στρατευομένη Εκκλησία ανήκουν όλοι οι ζώντες και αγωνιζόμενοι εναντίον της αμαρτίας και του διαβόλου, προκειμένου να εισέλθουν στην Βασιλεία του Θεού μετά τον θάνατο και κυρίως μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Και στην θριαμβεύουσα Εκκλησία ανήκουν οι άγιοι που έφυγαν από τον κόσμο αυτό και υπάρχει βεβαιότητα από διάφορα τεκμήρια ότι δικαιώθηκαν και ήδη προγεύονται της Βασιλείας του Θεού που θα δοθή μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.

Πρέπει δε εδώ να σημειωθή ότι, η διάκριση μεταξύ στρατευομένης και θριαμβευούσης Εκκλησίας με αυτό το περιεχόμενο που διέγραψα προηγουμένως, είναι πρόσφατη. Στην Αγία Γραφή δεν υπάρχει πουθενά αυτή η διάκριση, δηλαδή δεν γίνεται λόγος για στρατευομένη Εκκλησία που αγωνίζεται επί της γης και για θριαμβεύουσα Εκκλησία που βρίσκεται στους ουρανούς.

Βεβαίως, μέσα στις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου γίνεται λόγος για “στρατεία”, που προέρχεται από την εικόνα των στρατευμάτων της εποχής εκείνης. Ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει στον Απόστολο Τιμόθεο: «ίνα στρατεύη εν αυταίς την καλήν στρατείαν, έχων πίστιν και αγαθήν συνείδησιν…» (Α´ Τιμ. α´, 18-19). Στους Χριστιανούς της Κορίνθου παραγγέλλει: «τά όπλα της στρατείας ημών ου σαρκικά, αλλά δυνατά τω Θεώ προς καθαίρεσιν οχυρωμάτων» (Β´ Κορ. ι´, 4).

Εξ άλλου η λέξη θρίαμβος δεν υπάρχει στην Καινή Διαθήκη ως ουσιαστικό, αλλά υπάρχει το ρήμα θριαμβεύειν και αναφέρεται κυρίως στον θρίαμβο που επετέλεσε ο Χριστός επάνω στον διάβολο, την αμαρτία και τον θάνατο. Και ο όρος αυτός είναι Παύλειος. Αναφερόμενος ο Απόστολος Παύλος στην νίκη του Χριστού επάνω στον Σταυρό γράφει: 

«απεκδυσάμενος τας αρχάς και τας εξουσίας εδειγμάτισεν εν παρρησία, θριαμβεύσας αυτούς εν αυτώ» (Κολ. β´, 15). Και αναφερόμενος στην βίωση του θριάμβου αυτού του Χριστού και από εκείνους που συνδέονται μαζί Του, αναφωνεί: «Τω δε Θεώ χάρις τω πάντοτε θριαμβεύοντι ημάς εν τω Χριστώ και την οσμήν της γνώσεως αυτού φανερούντι δι’ ημών εν παντί τόπω» (Β´ Κορ. β´, 14).

Το εκπληκτικό, όπως φαίνεται και από το προηγούμενο χωρίο, είναι ότι, ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί την εικόνα της στρατείας, αλλά ταυτοχρόνως ομιλεί και για βίωση του θριάμβου του Χριστού από τους Χριστιανούς, όσο ακόμη ζούν. Και σε άλλα σημεία των Επιστολών του ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στο ότι, από την ζωή αυτή έζησε τον θρίαμβο του Χριστού, την νίκη του Χριστού πάνω στον θάνατο, την αμαρτία και τον διάβολο, και αισθάνθηκε τον δοξασμό στην ύπαρξή του.

Ο όρος δοξασμός, που δηλώνει την συμμετοχή των πιστών στον θρίαμβο του Χριστού, χρησιμοποιείται σε πολλά χωρία. Για παράδειγμα γράφει ο Απόστολος Παύλος: «καί είτε πάσχει έν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη, είτε δοξάζεται έν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη» (Α´ Κορ. ιβ´, 26). 

Γι’ αυτό και συνιστά στους Χριστιανούς: «δοξάσατε δη τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινά εστι του Θεού» (Α´ Κορ. στ´, 20). Αν κανείς μελετήση και άλλα χωρία του Αποστόλου Παύλου, στα οποία φαίνεται ότι βίωσε τον δοξασμό, ότι ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού και εισήλθε στον Παράδεισο, τότε θα διαπιστώση ότι ο Απόστολος Παύλος δεν κατατάσσει τους Χριστιανούς που ζούν, στην λεγομένη στρατευομένη Εκκλησία, και τους αγίους που εκοιμήθησαν στην λεγομένη θριαμβεύουσα Εκκλησία. Η όραση του Θεού, καίτοι έχει διαφόρους βαθμούς, είναι ενιαία.

Χαρακτηριστικό είναι το χωρίο: «βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον· άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην» (Α´ Κορ. ιγ´, 12). Αυτό το «επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην» δείχνει ότι, η συμμετοχή του ανθρώπου στον θρίαμβο του Χριστού αρχίζει από την ζωή αυτή. Οπότε δεν υφίσταται διαλεκτικός χωρισμός μεταξύ στρατευομένης και θριαμβευούσης Εκκλησίας.

Οι άγιοι της Εκκλησίας έζησαν από την ζωή αυτήν την δόξα του Θεού, και συμμετείχαν στον θρίαμβο Του επάνω στον θάνατο, την αμαρτία και τον διάβολο. Θα παρουσιάσω στην συνέχεια ένα σημαντικό χωρίο του αγίου Ισαάκ του Σύρου.

Ο άγιος Ισαάκ αναφέρεται σε κάποιο μοναχό, και προφανώς εννοεί τον εαυτό του, ο οποίος αγαπούσε «τήν αγρυπνίαν της νυκτός». Όταν αγρυπνούσε, και μετά από μια μικρή ανάπαυση, ξυπνούσε το πρωΐ, τότε καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας ήταν άλλος άνθρωπος, αισθανόταν ωσάν να μη ζούσε στον κόσμο και δεν είχε καθόλου γηΐνους λογισμούς στην καρδιά του, ούτε είχε ανάγκη των ορισμένων κανόνων αλλά όπως λέγει: «εν τη εκπλήξει γίνομαι όλην την ημέραν εκείνην».

Στην συνέχεια αναφέρεται σε μια καταπληκτική εμπειρία που είχε κατά την διάρκεια της “τών εσπερινών λειτουργίας”. Ενώ βρισκόταν στην αυλή του κελλίου του, και ο ήλιος ήταν πολύς, και άρχισε να λέγη «μίαν δόξαν» τότε, όπως λέγει, «ησθήθην της λειτουργίας μου, και έκτοτε έμεινα, μη γινώσκων όποι τυγχάνω, και ήμην ούτως, έως του ανατείλαι πάλιν τον ήλιον εις την επιούσαν ημέραν, και θερμάναι το πρόσωπόν μου». 

Γράφει ότι, όταν ο ήλιος κατέκαυσε το πρόσωπό μου, «εστράφη ο νούς μου προς εμέ, και ιδού είδον, ότι άλλη ημέρα εστί, και ηυχαρίστησα τω Θεώ, ότι πόσον η χάρις αυτού υπερεκχείται επί τον άνθρωπον, και εις ποίαν μεγαλοσύνην αξιοί τους καταδιώκοντας αυτόν».

Το σημαντικό είναι ότι ο άγιος Ισαάκ κάνει λόγο για την “τών εσπερινών λειτουργίαν” που γίνεται με ψαλμούς και ευχές και για την αρπαγή του σε μια άλλη νοερά και πνευματική λειτουργία.

Έχοντας αυτήν την πνευματική εμπειρία ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος πολλές φορές στα κείμενά του κάνει λόγο για την ένδυση της στολής της δόξης, δηλαδή τον Ίδιο τον Χριστό, για την βαθεία μέθη που βιώνει ο άνθρωπος και στην πραγματικότητα δεν ζη στον κόσμο αυτό κλπ.

Στον άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο μπορούμε να συναντήσουμε πληθώρα λόγων του, στους οποίους φαίνεται ότι βίωνε το άκτιστο Φώς από την ζωή αυτή, και όλο του το σώμα έλαμπε όπως το σώμα του Χριστού του οποίου ήταν μέλος και ότι το κελλί μετατρεπόταν σε Παράδεισο.

Αναφερόμενος ο άγιος Συμεών στην σύναψη του νοός του ανθρώπου με τα νοητά και την έξοδό του από τα αισθητά, γράφει ότι τότε ο νούς «καταλάμπεται, φωτίζεται και καθ’ εκάστην αυξάνει την πνευματικήν ηλικίαν, καταργών μεν του νηπιώδους φρονήματος προκόπτων δε επί την ανδρικήν τελειότητα». 

Συγχρόνως αλλοιώνεται πνευματικώς και κατά την αναλογίαν της εργασίας του «έτι καθαίρεται αύθις, λαμπρύνεται, φωτίζεται και μυστηρίων μεγάλων αποκαλύψεις καταξιούται οράν, ών ουδείς ποτέ είδε το βάθος». Τότε ο άνθρωπος αποκτά καινές αισθήσεις, δεν ακούει ανθρώπου φωνή «αλλά μόνον του ζώντος Λόγου».

Αυτού ακούει και κατασπάζεται, «τούς δε γε λοιπούς των ανθρώπων άπαντας λόγους ακούει μεν ου προσδέχεται δέ» και παραμένει ως προς αυτούς «ωσεί κωφός ουκ ακούων –καίτοι γε ακούων αυτών». Σε αυτήν την κατάσταση αξιούται της ενοικήσεως του Θεού, αφού «ευθύς οικεί ο Θεός εν αυτώ και γίνεται αυτώ πάντα όσα αν θέλοι, μάλλον δε και υπέρ ά θέλει».

Στα ποιήματά του με τίτλο «θείων ερώτων ύμνοι» περιγράφει πολλές καταστάσεις εμπειρίας του ακτίστου φωτός, που αξιώθηκε να έχη, στις οποίες φαίνεται ότι δεχόταν την δόξαν του Θεού και όλο του το σώμα λαμπρυνόταν, καθώς επίσης ότι μέσα στην καρδιά του και σε όλο του το σώμα αισθανόταν μια ολόκληρη ζωή που υπερέβαινε τον θάνατον.

Ο άγιος Συμεών έχει την βαθυτάτη αίσθηση ότι η εμπειρία που απολάμβανε ήταν η ίδια εμπειρία που είχαν ο Αρχιδιάκονος Στέφανος και ο Απόστολος Παύλος. 

Ευχαριστεί τον Θεόν γιατί με την εμπειρία του ακτίστου φωτός που του έδωσε τον κατέστησε «ίσον τοις αποστόλοις σου (Του) και πάσι τοις αγίοις». Κατά την διάρκεια της θεωρίας του φωτός λάμπει το πρόσωπό του και όλα τα μέλη του σώματος του γίνονται φωτοφόρα. Έχοντας δε τον Θεό μέσα του ο άγιος Συμεών αποκτά το αίσθημα της αθανασίας, γι’ αυτό διαβεβαιώνει:

«Εγώ δεν πάλιν, ο βροτός και μικρός εν τω κόσμω,
εντός μου όλον καθορώ τον ποιητήν του κόσμου,
καί οίδα, ως ου θνήξομαι ένδον ζωής τυγχάνων,
καί όλην έχω την ζωήν βλυστάνουσαν εντός μου·
εν τη καρδία μου εστίν, εν ουρανώ δ’ υπάρχει,
ώδε κακεί οράταί μοι επίσης απαστράπτων».

Φαίνεται καθαρά από τα κείμενα των φορέων της αποκαλύψεως, των θεουμένων, ότι δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ στρατευομένης και θριαμβευούσης Εκκλησίας από απόψεως χρόνου, ότι δηλαδή, η λεγομένη στρατευομένη Εκκλησία συνδέεται με τους Χριστιανούς που ζουν πριν τον θάνατό τους, και η λεγομένη θριαμβεύουσα Εκκλησία είναι εκείνη στην οποία εισέρχονται οι άγιοι μετά τον βιολογικό θάνατό τους. 

Η αποδοχή μιας τέτοιας διακρίσεως, σύμφωνα με την οποία η ψυχή ενός αγίου εισέρχεται στην λεγομένη θριαμβεύουσα Εκκλησία, ενώ το σώμα που βρίσκεται θαμμένο στην γη και δεν συμμετέχει στην λεγομένη θριαμβεύουσα Εκκλησία, στην πραγματικότητα υιοθετεί την πλατωνική διάκριση μεταξύ φύσει αθανάτου ψυχής και φύσει θνητού σώματος.

Το γεγονός είναι ότι, όσοι βιώνουν κατά διαφόρους βαθμούς την θέωση από την ζωή αυτήν, συμμετέχουν στον θρίαμβο του Χριστού εναντίον του θανάτου, της αμαρτίας και του διαβόλου, τον οποίο θρίαμβο θα ζήσουν σε μια πληρότητα μετά την ανάσταση των σωμάτων τους. 

Μέσα στην θεία Λειτουργία ζη κανείς αυτόν τον θρίαμβο και πολλές φορές η λατρεία και ιδίως η θεία Λειτουργία, γίνεται ένα παράθυρο για μέθεξη μεγαλύτερης δόξας. Γι’ αυτό ο αείμνηστος π. Πορφύριος, ένας εξαγιασμένος σύγχρονος ιερομόναχος, έκανε πολλές φορές λόγο για την άκτιστη Εκκλησία στην οποία ζουν οι άγιοι.

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
http://inpantanassis.blogspot.gr/

Ποτέ δεν αφήνει ο Θεός ή μάλλον δεν φορτώνει περισσότερον από ό,τι δύναται να σηκώση ο άνθρωπος...


Εις όλας τας περιστάσεις άνω έχε το νοερόν όμμα της ψυχής, όθεν και η βοήθεια θα έλθη. Μην απελπίζου ό,τι και αν συμβή, κατά τον πειρασμόν και η έκβασις ακολουθεί. 

Ποτέ δεν αφήνει ο Θεός ή μάλλον δεν φορτώνει περισσότερον από ό,τι δύναται να σηκώση ο άνθρωπος. Εάν οι άνθρωποι τούτο ποιούσι, πόσον μάλλον ο αγαθός Θεός, ο Οποίος δια τον άνθρωπον έχυσε το Πανάγιόν Του Αίμα επί του Σταυρού! 

Δια των θλίψεων των προσκαίρων, τας οποίας υπομένουν οι χριστιανοί η αλήθεια είναι ότι εξαγοράζουν την μελλοντικήν, την αιώνιον χαράν και ανάπαυσιν. Ποτέ, ποτέ να μη μακαρίζωμεν εκείνους τους ανθρώπους, που έχουν εδώ εις την γην αναφαίρετον χαράν και ειρήνην, μάλλον να τους λυπούμεθα, διότι η πρόσκαιρος χαρά, θα τους γίνη πρόσκομμα δια την μέλλουσαν ζωήν. 

Ο Θεός είναι ελεήμων μα και δίκαιος, ελεήμων δια την παρούσαν ζωήν, μετά θάνατον δικαιοκρίτης, δεν δύναται τους θλιβομένους χριστιανούς-μα χριστιανούς τη αληθεία, όχι με όνομα μόνον- να τους δώση και αιώνιον στενοχωρίαν, αλλά εκεί θα τους δώση χαράν αναφαίρετον, την οποίαν ουδείς θα δυνηθή να τους την αφαιρέση, δεν ημπορεί από κόλασιν εις κόλασιν να εμβάλη ο Θεός τον άνθρωπον. Χαίρε λοιπόν εσύ μάλλον, παρά να λυπήσαι, διότι σε ηξίωσεν ο Θεός να πάσχης πρόσκαιρα, δια να σε αναπαύση αιώνια.

Η αιώνιος χαρά επιφυλάσσεται μόνον δια τους λυπημένους χριστιανούς. Ο Κύριος εις το ιερόν Ευαγγέλιον λέγει περί του πλουσίου και του Λαζάρου: «είπεν Αβραάμ προς τον πλούσιον: τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου και Λάζαρος ομοίως τα κακά, νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι!» ( Λουκ. 16,25 ). 

Προσωποληψίαν ποτέ δεν ποιεί ο Θεός, αλλά κατά δίκαιον λόγον, ούτω θα ποιήση. Εάν θα ρίψης ένα βλέμμα εις τους βίους των αγίων, θα ίδης όλο πειρασμούς, θλίψεις, στενοχωρίας, ούτω διήνυσαν την ζωήν των. Ουδείς τρυφηλός θα εισέλθη εις την κατοικίαν την αιώνιον, όπου είναι πεπληρωμένη ανεκλαλήτου χαράς, αλλά όσοι εθλίβησαν και υπέμειναν δια τον Θεόν, ίνα φυλάξωσιν τας εντολάς Του.

Λέγει ο Κύριος: «Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» ( Ιωάν. 16,33 ). Ένας Θεός όπου ήλθεν εις την γην, εις όλην την ζωήν Του είχε κόπους και πόνους, και τέλος που κατέληξε; Επί Σταυρού κρεμάμενος, ως επικατάρατος, ίνα τον φραγμόν της κατάρας καταρρίψη.

Αι φοβεραί οδύναι εστένωσαν την καρδίαν του Θεανθρώπου και έκραζε: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες»! Η γη εσείετο, και το καταπέτασμα του Ναού εσχίσθη εις το μέσον αισθητώς βλεπόμενα, αλλά νοερώς εσείετο και κατεκρημνίζετο εις τέλος το απόρθητον τείχος της κατάρας, το αναμέσον Θεού και ανθρώπου, και εκπνεύσας ο Ιησούς, ηνώθησαν τα πριν διεστώτα και ο άνθρωπος έγινεν όχι απλώς φίλος Θεού, αλλά έλαβε συγγένειαν, έλαβε την χάριν της υιοθεσίας, «κληρονόμος μεν Θεού, συγκληρονόμος δε Χριστού». 

Διότι ο άνθρωπος έδωκε την Παναγίαν Παρθένον εις Μητέρα προς τον Υιόν, αλλά και ο Χριστός εξ αγνών αιμάτων της έλαβε σάρκα και αύτη η ανθρωπίνη σάρκα θεωθείσα εκάθισε δεξιά του Θεού και Πατρός, και οράται ο Θεός εις τους ουρανούς και προσκυνείται και υπό ανθρωπίνην φύσιν από τους αγγέλους. Βλέπεις που ανέβη το ανθρώπινον γένος; Κατά χάριν θεοί! 

Και χωρίς στενοχωρίας δύναται κανείς να φθάση εκεί; Θα στενοχωρηθώμεν, θα θλιβώμεν, αλλά μίαν ημέραν θα λήξουν και θα λησμονηθούν όλα, αμέσως η αιώνιος Χαρά θα ανοίξη διάπλατα τας τρυφεράς αγκάλας και θα φωνάξη: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι (θλίψεων), καγώ αναπαύσω υμάς» ( Ματθ. 11,28 ). 

Εις κάθε σου πράξιν και ενέργειαν ή εν λόγω ή κατά διάνοιαν, σκέψου ότι παρών ευρίσκεται ο Θεός, ο Οποίος τας βλέπει και μίαν ημέραν θα τας κρίνη. Από αυτήν την σωτήριον μελέτην γεννάται ο θείος φόβος, ο οποίος προξενεί μεγίστην ωφέλειαν, «προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου δια παντός, ότι εκ δεξιών μου εστίν, ίνα μη σαλευτώ», έλεγεν ο προφήτης Δαυίδ (Ψαλμ. 15,8 ). «Λύχνος τοις ποσί μου ο Νόμος σου και φως ταις τρίβοις μου» (Ψαλμ. 118,105 ). 

Προξενεί δε και ταπείνωσιν. Ώστε η ταπεινοφροσύνη δεν γεννάται μόνον εκ πειρασμών και δοκιμασιών, αλλά γεννάται και από την πνευματικήν μελέτην και από την επίγνωσιν της ασθενείας μας. Σκέπτεται κανείς πόσον αδύνατος είναι ο άνθρωπος, ώστε να μη δύναται να ποιή το αγαθόν, καίτοι υπάρχει εσπαρμένον μέσα εις την φύσιν του, το κακόν αντιθέτως πολύ εύκολα το ποιεί, καίτοι υπάρχει παρείσακτον. 

Ο άνθρωπος θέλει να ευαρεστήση εις τον Θεόν, αλλά εάν δεν συνεργήση η χάρις του Θεού, το καλόν που κάνει δεν είναι καλόν, και, αν θελήση να κοπιάση, εάν δεν βοηθήση ο Θεός, εις μάτην η θέλησις και ο κόπος. Σκεπτόμενος ο άνθρωπος το παρελθόν του, όταν δεν εγνώριζε τον Θεόν, πόσον ημάρτανε, συντρίβεται, ταπεινώνεται, κλαίει, ζητεί συγχώρησιν και διαλογίζεται: «Εάν και τώρα με αφήση η χάρις του Θεού, δύναμαι να πράξω χειρότερα», οπότε ένας φόβος αναμεμειγμένος με ταπείνωσιν περιτειχίζει την ψυχήν. Αύτη η μελέτη λέγεται επίγνωσις της ασθενείας του ανθρώπου, οπότε καρπούται ταπείνωσιν και ωφέλειαν, άνευ κόπου και θλίψεων. 

Ναι, έρχονται αι δικιμασίαι, αλλά αι περισσότεραι πέμπονται δια την υπερηφάνειαν, όταν κανείς ευρίσκεται εις κατάστασιν ταπεινώσεως, θα είναι ολιγώτεραι και ελαφραί. 

Αλλά ο άνθρωπος πρέπει να είναι έτοιμος ως καπετάνιος, που περιμένει μετά την γαλήνην, τρικυμίαν. Όταν κανείς προσδοκά κάτι, δεν του φαίνεται παράδοξον, όταν έλθη, διότι το επερίμενε, ούτω πρέπει να είναι έτοιμος ο άνθρωπος πάντοτε, ίνα, όταν έλθη, μη στενοχωρηθή. 

Αλλά είναι δυνατόν, παιδί μου, να μη δοκιμάσωμε στενοχωρίαν, αφού από την στενοχωρίαν, από την θλίψιν αυτήν θα κληρονομήσωμεν τα αιώνια, τα ατελεύτητα αγαθά «α οφθαλμός ουκ είδεν και ους ουκ ήκουσεν και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν»; ( Α΄ Κορ. 2,9 ).

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης
http://inpantanassis.blogspot.gr/

Ο σκανδαλισμός του αόμματου αββά


῾Ο ἀββᾶς ᾽Ιουλιανός δέν μποροῦσε νά ἡσυχάσει. Κλεισμένος στό μικρό κελλάκι του, μέ μόνη συντροφιά του τίς λίγες εἰκόνες του καί μερικά βιβλία, βρισκόταν σέ μεγάλη ἀναταραχή. 

Αὐτό πού τοῦ εἶχε ἐμπιστευτεῖ λίγες ἡμέρες πρίν ἕνας γνωστός του καλόγερος, ὅτι ἕνας ἀπό τούς συμμοναστές του στό κοινόβιο πού ζοῦσαν εἶχε πέσει σέ φοβερή ἁμαρτία κι ὅτι μαζί του ὑπῆρξε καί κάποιος ἄλλος πού τόν κάλυπτε, τόν εἶχε κάνει νά μήν μπορεῖ οὔτε μάτι νά κλείσει. ῾Κύριε᾽, ἔλεγε καί ξανάλεγε στήν προσευχή του, ῾πῶς εἶναι δυνατόν νά ἔχει κάνει ὁ ἀδελφός τήν ἁμαρτία αὐτή καί νά μπορεῖ νά βρίσκεται ἀκόμη στό μοναστήρι σάν νά μήν τρέχει τίποτε; Καί μάλιστα νά συνεχίζει νά λειτουργεῖ;᾽ 

᾽Αλλά ἐκεῖνο πού τόν τρέλλαινε κυριολεκτικά ἦταν τό γεγονός ὅτι, κατά τήν ἐλεγμένη πληροφορία, ὁ ἡγούμενος ἤξερε τήν κατάσταση, ὅπως καί ὁ ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, ὁ πατριάρχης ῾Ιεροσολύμων, καί δέν εἶχαν προβεῖ σέ καμμία ἐνέργεια γιά νά τήν διορθώσουν. 

῾Μά τί γίνεται;᾽ σκεφτόταν μέσα στήν σύγχυση τῶν λογισμῶν του ὁ ἀββᾶς Ἰουλιανός. ῾Χάθηκε πιά ἡ πίστη; Τόσο πολύ ἔχουν ξεπέσει ὅλοι τους; ᾽Εδῶ μιλᾶμε ὄχι γιά μιά ἁπλή ἁμαρτία ἑνός ἀδελφοῦ, ἀλλά γιά τήν πιό χοντρή, τήν ἴδια τήν πορνεία. Πόρνευσε ὁ ἀδελφός, τό ἔμαθαν ὁ ἡγούμενος καί ὁ Πατριάρχης, καί τόν κρατᾶνε ἀκόμη; ῾Μοιχοί καί πόρνοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομοῦσι᾽, λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, κι αὐτοί δέν κάνουν τίποτε; ῎Ω, Θεέ μου, τί ἔχουν ἀκόμη νά δοῦνε τά μάτια μας!᾽

Χαμογέλασε πικρά μέ τήν κατάληξη τῆς σκέψης του ὁ ᾽Ιουλιανός. ῎Ενιωσε σάν νά σφίχτηκε περισσότερο ἡ καρδιά του. ῾Τί ἔχουν νά δοῦνε τά μάτια μας ἀκόμη!᾽ αὐτοσαρκάστηκε. Τά μάτια του ποτέ δέν εἶχαν ἀντικρύσει τόν ἥλιο. Δέν ἤξερε τί θά πεῖ ἡμέρα, τί σημαίνει γαλανός οὐρανός, ποιά εἶναι ἡ ἀνατολή καί ποιά ἡ δύση, τί ᾽ναι αὐτό πού λένε δέντρα, πουλιά, κίνηση ζωῆς. 

Γι᾽ αὐτόν τό μόνο πού ἴσχυε ἦταν τό σκοτάδι. Παρ᾽ ὅλα αὐτά ὅμως χρόνια πιά δέν παραπονιόταν. Γιατί μπορεῖ νά εἶχε γεννηθεῖ ἀόμματος ὁ ᾽Ιουλιανός, ὁ Δημιουργός ὅμως τοῦ εἶχε ἐπιφυλάξει ἄλλες χαρές, ἄλλες δυνατότητες, καί πάνω ἀπό ὅλα τό γεγονός ὅτι τοῦ εἶχε ἀνοίξει τά μέσα μάτια τῆς ψυχῆς, γιά νά βλέπει τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου ᾽Εκείνου. Ναί, δέν παραπονιόταν χρόνια τώρα ὁ ἀββᾶς. ῾Ο Κύριος τόν ἀντάμειβε μέ τρόπο πού μόνον ᾽Εκεῖνος ἤξερε ν᾽ ἀνταμείβει τά θεωρούμενα ἀδικημένα παιδιά Του. 

Εἶχε περάσει ἀρκετούς πειρασμούς ὁ ἀββᾶς, ἀφότου εἶχε ἔλθει σ᾽ ἐκεῖνον τόν τόπο τῆς ἄσκησής του. ᾽Αλλά τέτοιον πειρασμό πού περνοῦσε στήν προχωρημένη αὐτή φάση τῆς ἡλικίας του, ποτέ. Κι ἄς εἶχε πολλά χρόνια στό κοινόβιο. Θυμήθηκε καί πάλι πῶς ἦλθε ἀπό τήν ᾽Αραβία ἀπ᾽ ὅπου καταγόταν, νεαρός ἀκόμη, μέ μεγάλο πόθο νά ἀφιερωθεῖ στόν Θεό, γιατί τό μοναστήρι ἦταν γνωστό ἀπό τόν σπουδαῖο ὅσιο πού τό εἶχε ἱδρύσει, τόν ὅσιο Θεοδόσιο τόν κοινοβιάρχη.

Καί δέν ἦταν μόνο ἡ μεγάλη φήμη τοῦ ἁγίου ἱδρυτῆ πού τόν εἶχε ἑλκύσει σ᾽ αὐτό, ἀλλά καί οἱ πολλές ψυχές πού εἶχαν ἁγιάσει ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ Γέροντα καί τῶν μετέπειτα ἀπό αὐτόν ἡγουμένων, κι ἀκόμη πιό πολύ τό γεγονός ὅτι ὁ ὅλος ἀέρας τοῦ μοναστηριοῦ ῾ἀνέπνεε᾽ ἀπό τήν παρουσία ᾽Εκείνου πού ἦλθε στόν κόσμο ὡς ἄνθρωπος ἐκεῖ κοντά, στά ἅγια χώματα τῶν ῾Ιεροσολύμων, γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου, τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πίστης, τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. 

῾Μά, πῶς ὁ Θεός ἐπιτρέπει τήν κατάσταση αὐτή σ᾽ ἕναν τέτοιο ἁγιασμένο χῶρο καί μάλιστα στούς ἁγίους Τόπους;᾽ σάν ἀγκάθι καί πάλι ὁ λογισμός τόν σούβλιζε. Κι ὅσο περνοῦσαν οἱ ἡμέρες, μέ τρόπο ἀνεπαίσθητο, σιγά σιγά καί ὕπουλα, ἄρχισε νά γλιστράει μέσα του κι ὁ ἄλλος λογισμός: 

῾Δέν εἶμαι τάχα κι ἐγώ ὑπεύθυνος πού δέν λέω τίποτε; Πού ἀφήνω τήν κατάσταση αὐτήν τήν ἁμαρτωλή νά ἐξελίσσεται; Δέν θά κριθῶ κι ἐγώ τό ἴδιο γιατί δέν ἀντιδρῶ στήν ρύπανση τῆς ᾽Εκκλησίας καί τοῦ ἁγίου Ναοῦ Του;᾽ 

Τά πράγματα σάν νά ξεκαθάριζαν στήν ψυχή τοῦ ἀββᾶ. ῾῾Η μόνη λύση γιά νά δείξω ὅτι δέν συμφωνῶ, γιά νά τούς ταρακουνήσω στήν ἁμαρτία πού ἔχουν ὅλοι περιπέσει, εἶναι νά διαχωρίσω τήν θέση μου. Ναί, πρέπει νά διακόψω κάθε κοινωνία μέ τόν Μακάριο τόν ἀρχιεπίσκοπο καί νά σηκωθῶ νά φύγω ἀπό τό μοναστήρι πού ἔχει βρωμίσει. Θά γίνω ἐρημίτης γιά νά λατρεύω τόν Θεό μου καθαρά καί χωρίς τέτοιους ἠθικούς περισπασμούς᾽. 

Τό σκέφτηκε καί ἔβαλε σ᾽ ἐφαρμογή τό σχέδιό του. Μέ μεγάλο βάρος στήν καρδιά εἶναι ἀλήθεια συνέχισε νά πηγαίνει στόν Ναό γιά τίς ἀκολουθίες καί τήν Θεία Λειτουργία, ἀλλά σταμάτησε νά κοινωνεῖ. ᾽Αρνιόταν νά δεχτεῖ ὅτι γινόταν ἀκολουθία πού εὐλογεῖ ὁ Κύριος μέ τέτοιες προϋποθέσεις. Καί μάλιστα ὅταν λειτουργοῦσε ὁ...ἁμαρτωλός παπάς! ῾Η στάση του δέν πέρασε ἀπαρατήρητη. Τόν ἔβλεπαν οἱ ἄλλοι μοναχοί, ἄρχισαν νά τόν σχολιάζουν, τόν κάλεσε μάλιστα καί τόν ρώτησε κι ὁ ἡγούμενος. ᾽Εκεῖνος ὅμως ἀνένδοτος. Χωρίς νά ἀποκαλύψει τούς βαθύτερους λογισμούς του, προφασίστηκε κάποιες δικαιολογίες καί συνέχισε τήν ἴδια τακτική. ῾Ο ἡγούμενος ξέροντας τήν ἱστορία του, τίς κάποιες ἰδιοτροπίες του λόγω καί τῆς ἀναπηρίας του, τήν ταραγμένη συμπεριφορά του, δέν θέλησε νά ἐπιμείνει. ῎Αφησε τά πράγματα στήν κρίση καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. ῾῾Ο χρόνος θά τόν συνεφέρει᾽, σκέφτηκε. 

Τά πράγματα ὁδηγοῦνταν σέ ἀδιέξοδο γιά τόν ἀββᾶ ᾽Ιουλιανό, τόν ἄραβα, τόν ἀόμματο. Οἱ λογισμοί του τόν βάραιναν σέ σημεῖο πού δέν μποροῦσε πιά νά καθήσει μέχρι τό τέλος τῶν ἀκολουθιῶν. Κι ὅταν πιά εἶχε ἀποφασίσει τήν ὁριστική ἔξοδό του ἀπό τό μοναστήρι ἀλλά καί ἀπό τήν ᾽Εκκλησία τῶν ῾Ιεροσολύμων, ὁ Θεός τόν λυπήθηκε. ῾Η ψυχή του ἦταν καλοπροαίρετη, γι᾽ αὐτό καί τοῦ ὑπέβαλε τόν λογισμό νά ρωτήσει κάποιον ἄλλον γιά ὅ,τι συνέβαινε πού τοῦ εἶχε ἐμπιστοσύνη. 

῾Μά, βέβαια, πῶς δέν τό σκέφτηκα νωρίτερα;᾽ ἀναφώνησε στό κελλί του ὁ ἀββᾶς. ῾Θά μέ καθοδηγήσει πρός ἐπιβεβαίωση τῶν ἀποφάσεών μου ὁ μεγάλος Γέροντας πού καί ἄλλοτε τόν εἶχα συμβουλευτεῖ: ὁ Συμεών πού βρίσκεται στό Θαυμαστόν ῎Ορος. Δεκαετίες ὁλόκληρος ὁ Γέροντας βρίσκεται στήν ἄσκηση καί μάλιστα μέ τήν χάρη πού τοῦ δίνει ὁ Κύριος πάνω σ᾽ ἕναν στύλο. Ποιός δέν ξέρει τόν φωτισμό πού ἔχει, τό διορατικό καί προορατικό του χάρισμα; Ποτέ δέν ἔχει πέσει ἔξω ὁ ἅγιος αὐτός. Ναί, ὅ,τι αὐτός μοῦ πεῖ, αὐτό καί θά κάνω. ῾Ο λόγος του θά εἶναι γιά μένα ἡ βουλή τοῦ Θεοῦ᾽. 

῎Ενιωσε μιά γλύκα στήν καρδιά ὁ ᾽Ιουλιανός μέ τήν ἀπόφασή του αὐτή καί γιά πρώτη φορά μετά ἀπό ἀρκετό καιρό οἱ λογισμοί του ἡσύχασαν. 

Κάλεσε ἕναν γνωστό του καλόγερο καί τόν παρακάλεσε νά τοῦ κάνει τήν ἐξυπηρέτηση. ῾Υπαγόρευσε γραπτό μήνυμα στόν μεγάλο Γέροντα: ῾᾽Αββᾶ Συμεών, ζητῶ ταπεινά τήν εὐχή σου. Εἶμαι τυφλός καί δέν μπορῶ νά πάω πουθενά οὔτε κι ἔχω κάποιον πού νά μπορεῖ νά μέ περιποιηθεῖ. Σέ ἐρωτῶ λοιπόν μέ τόν ἀδελφό πού ἔχει ἔλθει: ῎Εχω κάνει καλά πού ἔχω διακόψει τήν μυστηριακή κοινωνία μέ τόν ἀρχιεπίσκοπο τῶν ῾Ιεροσολύμων Μακάριο; Καί τό λέω αὐτό, γιατί κι ἐσύ θά συμφωνήσεις μαζί μου, πατέρα μου. Καί ὁ Μακάριος καί ὁ ἡγούμενος ξέρουν γιά ἕναν ἀδελφό τοῦ μοναστηριοῦ πού πόρνευσε καί γιά ἕναν ἄλλον πού ὁρκίστηκε μαζί του. Λοιπόν, εἶναι δυνατό νά εἶμαι μαζί τους, ἐνῶ ἔχουν συμβεῖ αὐτά; Σέ τί ᾽Εκκλησία θά ἀνήκω, ἄν ἐξακολουθήσω νά λειτουργοῦμαι μαζί τους καί νά κοινωνῶ ἀπό τό ἴδιο ἅγιο Ποτήριο;᾽

Περίμενε μέ μεγάλη ἀγωνία τήν ἀπάντηση ὁ ᾽Ιουλιανός, μολονότι ἦταν βέβαιος γι᾽ αὐτήν. Καί ὁ ὅσιος ἀσφαλῶς θά τοῦ ὑποδείκνυε τόν δρόμο τῆς ἐξόδου. ῎Αρχισε νά ψηλαφᾶ τό κάθε τι μέσα στό μοναστήρι μέ νοσταλγία, σάν νά τό ἔκανε γιά τελευταία φορά. Περιδιάβαινε μέ τό μπαστουνάκι του τό κάθε δρομάκι, ἀνάπνεε βαθιά τήν ἀτμόσφαιρα, ἄκουγε καί τόν παραμικρότερο ἦχο. ῞Ο,τι καί νά συνέβαινε τόν τελευταῖο καιρό πού τόν εἶχε ταράξει, τό μοναστήρι αὐτό, τό σπουδαῖο καί τρανό ἦταν τό σπιτικό του. ῾Μά, ἡ ἀλήθεια γιά τήν πίστη καί τήν καθαρότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάνω ἀπό ὅλα᾽ καθησύχαζε τόν λογισμό του κι ἔπαιρνε καί πάλι σιγά σιγά τόν δρόμο γιά τό ἀκριανό φτωχικό κελλί του καί νά κάνει μόνος καί ἀπερίσπαστος τόν κανόνα του.

῾Η ἀπάντηση τοῦ ὁσίου Συμεών πράγματι δέν ἄργησε νά ἔλθει. ῾Ο ἀδελφός πού εἶχε ἀναλάβει τήν ἐξυπηρέτηση τοῦ ᾽Ιουλιανοῦ δέν καθυστέρησε πουθενά. ῾Ο ἅγιος Γέροντας πού ζοῦσε κοντά στήν ᾽Αντιόχεια, ἐννιά μίλια περίπου ἔξω ἀπό τήν πόλη, διάβασε τό μήνυμα τοῦ ταραγμένου ἀββᾶ, ἄκουσε καί προφορικά τόν ἀδελφό πού τοῦ διαμηνοῦσε τήν κατάσταση κι ἔγραψε ἀμέσως καί τό δικό του μήνυμα. Σάν κεραυνός ἔπεφταν τά λόγια τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ στόν ᾽Ιουλιανό, ὅταν πῆρε τό σημείωμα κι ἄρχισε νά τοῦ τό διαβάζει ὁ μοναχός. 

῾Γέροντα ᾽Ιουλιανέ, εὔχομαι κάθε καλό σέ σένα ἀπό τόν Κύριο. ῾Η συμβουλή μου σέ ὅ,τι μέ ρωτᾶς εἶναι σαφής καί ἀπόλυτη: μή διανοηθεῖς νά ἀναχωρήσεις ἀπό τό μοναστήρι σου οὔτε πολύ περισσότερο νά θελήσεις νά ἀποσχιστεῖς ἀπό τήν ἁγία ᾽Εκκλησία. Γιατί ἡ ᾽Εκκλησία, ἀββᾶ, δέν εἶναι ἀνθρώπινο κατασκεύασμα ὥστε νά ρυπαίνεται ἤ νά ἁγιάζεται ἀπό τήν διάθεση ἤ τίς πράξεις τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τό σῶμα ᾽Εκείνου, γι᾽ αὐτό καί ἡ ἁγιότητά της λόγω ἀκριβῶς Αὐτοῦ εἶναι δεδομένη, ῾μή ἔχουσα σπίλον ἤ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων᾽ καθώς λέει ὁ ἀπόστολος. 

Εἴτε λοιπόν ἐμεῖς οἱ πιστοί εἴμαστε ὑπάκουοι στόν Θεό εἴτε ὄχι ἡ ᾽Εκκλησία δέν ἐπηρεάζεται. ῎Αν οἱ ἄνθρωποι καθόριζαν τήν ποιότητα τῆς ᾽Εκκλησίας ποιός θά μποροῦσε νά ἐγγυηθεῖ γιά τήν ἁγιότητά της; ᾽Απολύτως κανείς. Μόνον ἕνας πού ἀπιστεῖ ὡς πρός τήν φύση τῆς ᾽Εκκλησίας ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ θά μποροῦσε νά σκεφτεῖ ὅτι αὐτή ἐξαρτᾶται ἀπό ἐμᾶς. ῎Οχι, λοιπόν, πάτερ, ἡ ᾽Εκκλησία δέν ἔχει κανένα κακό κι οὔτε κανείς τήν ρυπαίνει, κι αὐτό ὄχι ἐξαιτίας μας ἀλλά λόγω τῆς χάρης τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ᾽.

Σταμάτησε ὁ ἀδελφός τήν ἀνάγνωση. ῾Ο ἀββᾶς ᾽Ιουλιανός εἶχε γείρει στό κάθισμά του καί δάκρυα καυτά ἔβρεχαν τό πρόσωπό του. Αἰσθάνθηκε μιά βαθιά συμπόνια γιά τόν ἀόμματο αὐτόν καλόγερο πού μετά τόσα χρόνια ἄσκησης καί καλογερικῆς ζωῆς περνοῦσε ἕναν τόσο μεγάλο προσωπικό πειρασμό. 

῾Γέροντα, νά συνεχίσω; Γράφει καί κάτι ἀκόμη᾽, εἶπε μέ συστολή ὁ καλόγερος πού εἶχε ἀναλάβει τήν ἀποστολή. Βλέποντας τόν ᾽Ιουλιανό νά κουνᾶ θετικά τό κεφάλι του συνέχισε. ῾Πρόσεξε, ἀδελφέ μου,᾽ ἔλεγε παρακάτω ὁ ὅσιος, ῾γιατί ὁ Πονηρός βάλθηκε μέ τά ἐκ δεξιῶν βέλη του νά σέ πλανέψει. Μέ τήν ἀπόφασή σου νά διακόψεις τήν κοινωνία σου μέ τόν Πατριάρχη καί νά φύγεις ἀπό τό μοναστήρι ἀποδεικνύεις ὅτι δέν πιστεύεις στήν ᾽Εκκλησία ὅπως τήν ὁμολογοῦμε στό ἅγιο σύμβολο τῶν Πατέρων μας, ὅτι εἶναι ῾μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική᾽. Τήν ὑποβιβάζεις κι ἐσύ στά μέτρα τά δικά μας κι ἔτσι χωρίς νά τό καταλαβαίνεις ἴσως χάνεις τήν δυνατότητα τῆς σωτηρίας. 

Συγχώρησέ με, ἀδελφέ μου, ἀλλά ἔχω καί κάτι ἄλλο νά σοῦ πῶ πού μοῦ τό ἀποκαλύπτει ἀπό ἐδῶ πού εἶμαι ὁ Κύριος. Νά ξέρεις ὅτι ὅποιος κι ἄν λειτουργεῖ στό μοναστήρι σου, σπουδαῖος ἤ ὄχι στήν πνευματική ζωή, ἡ λειτουργία λογίζεται τέλεια καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ὑπερίπταται στήν ἁγία Τράπεζα καί μεταβάλλει τό ψωμί καί τό κρασί σέ σῶμα καί αἷμα Κυρίου ἀντίστοιχα, γιατί ἔχετε ἐκεῖ στό κοινόβιο κάποιον γέροντα στό ὄνομα Πατρίκιο. 

Αὐτός ὁ γέροντας κάθεται ἔξω ἀπό τό ἱερό, χαμηλότερα ἀπό ὅλους, κοντά στό δυτικό τοῖχο τῆς ἐκκλησίας. Λέει λοιπόν κι αὐτός τήν εὐχή τῆς προσκομιδῆς καί δική του λογίζεται ἀπό τόν Θεό ἡ ἁγία ἀναφορά. ᾽Αββᾶ ᾽Ιουλιανέ, καταλαβαίνεις λοιπόν γιατί δέν πρέπει ποτέ νά φύγεις ἀπό τό μοναστήρι σου. Εὔχομαι γιά σένα ὁ Κύριος νά σέ χαριτώνει σέ ὅλα᾽. 

῎Αχνα δέν ἔβγαζε ἀπό τά χείλη του ὁ ᾽Ιουλιανός. Τά λόγια τοῦ ὁσίου Συμεών ἦταν γι᾽ αὐτόν τά ἴδια τά λόγια τοῦ Θεοῦ. Μέ κόπο πολύ ἀπό τό ψυχικό τράνταγμα πού εἶχε ὑποστεῖ εὐχαρίστησε τόν ἀδελφό πού κοπίασε πρός χάρη του. 

᾽Εκεῖνος πῆρε τήν εὐχή του κι ἔφυγε. ῾Ο ἀββᾶς δέν προβληματίστηκε ἰδιαίτερα. Μετά ἀπό θερμή προσευχή μετανοίας στόν Κύριο καί τήν Θεοτόκο, ἔσυρε τό ἴδιο βράδυ τά πόδια του καί κτύπησε τήν θύρα τοῦ ἡγουμένου. 

Γονατιστός καί μέ δάκρυα πολλά ἐξομολογήθηκε τούς λογισμούς του, τήν ἀπόφαση γιά φυγή του, τήν ἀπιστία του ὡς πρός τήν ᾽Εκκλησία. ῾Ο ἡγούμενος γονάτισε κι αὐτός δίπλα του, τόν ἀγκάλιασε σφιχτά, τοῦ διάβασε τήν συγχωρητική εὐχή, τοῦ ἔδωσε τίς κατάλληλες συμβουλές. 

Μά καί γιά τόν ἡγούμενο ἦταν ἀποκάλυψη ἡ ἐξομολόγηση τοῦ ᾽Ιουλιανοῦ. Γιατί μέσω αὐτοῦ καί τῆς ἐπικοινωνίας του μέ τόν ὅσιο Συμεών κατάλαβε τόν θησαυρό πού κρύβανε μέχρι τώρα στό μοναστήρι τους. Ὁ Γέροντας Πατρίκιος. ῾Ο ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ἤξερε βέβαια τό πόσο κοντά στόν Θεό ἦταν, ὅταν τόν δέχτηκε ὡς ὑποτακτικό στό κοινόβιο σέ ἡλικία πάνω ἀπό ἑκατό ἐτῶν. ᾽Αρνήθηκε στήν ἀρχή ὁ ἡγούμενος. Πῶς νά δεχτεῖ ἕναν ὑπέργηρο ἱερομόναχο, ὅταν μάλιστα αὐτός ἦταν ἡγούμενος στό μοναστήρι τοῦ ᾽Αβαζάνου καί ἄφησε τήν ἡγουμενία, ἐπειδή φοβήθηκε, τοῦ εἶπε τότε, τήν κρίση τοῦ Θεοῦ; Πρόσπεσε ὁ ἴδιος καί φίλησε τά ἁγιασμένα πόδια τοῦ Πατρικίου. ῎Ενιωθε ὅτι ἦταν ἀνάξιος ὄχι νά εἶναι αὐτός ὁ ἡγούμενος ἑνός τέτοιου ἀνθρώπου, ἀλλ᾽ οὔτε κἄν ὁ ὑποτακτικός του.

᾽Επέμενε ὅμως ὁ μεγάλος Γέροντας, τοῦ εἶπε ὅτι ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε σημάδι, κι ἔτσι κάμφθηκε. ᾽Εκεῖ ὅμως πού πραγματικά ῾ἔλιωσε᾽ ὁ ἡγούμενος, ἦταν ὅταν ἄκουσε τήν δικαιολογία τῆς παραίτησης τοῦ Πατρικίου: ῾῾Η διαποίμανση τῶν λογικῶν ψυχῶν᾽, τοῦ εἶπε, ῾εἶναι ἔργο τῶν μεγάλων ἀνδρῶν. ᾽Εγώ νιώθω ἀνάξιος γιά κάτι τέτοιο. Τό μόνο πού μοῦ ταιριάζει εἶναι ἡ ὑπακοή, γιατί κρίνω ὅτι αὐτό ὠφελεῖ περισσότερο τήν ψυχή μου᾽. 

Τά δάκρυα εὐγνωμοσύνης δέν ἔπαψαν νά ρέουν ἔκτοτε καί στόν ἀόμματο ἀββᾶ ᾽Ιουλιανό ἀλλά καί στόν ἡγούμενο. ῾Ο Γέρων Πατρίκιος λειτουργοῦσε ὡς ὁ ῾μαγνήτης᾽ τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πιά γιά ὅσο διάστημα ζοῦσε θά ἦταν τό πρότυπο τῆς ζωῆς ὅλων. Ὁ Θεός εἶχε μιλήσει μέσα ἀπό τόν ἅγιό του, τόν Συμεών τόν ἐν τῷ Θαυμαστῷ ὄρει.

http://inpantanassis.blogspot.gr/

Η αλάδωτη νηστεία (Διδακτική ιστορία)


Δεν πάει πολύς καιρός που ένας νέος επισκέφτηκε τον πνευματικό του προβληματισμένος σχετικά με την αλάδωτη νηστεία. 

Νέος: Γέροντα μήπως η αλάδωτη νηστεία είναι λίγο παρατραβηγμένη για τους λαϊκούς;;; Εντάξει να νηστέψω από γαλακτοκομικά κρέας κλπ αλλά το λάδι πολύ πάει… δεν το καταλαβαίνω. Μήπως τα αλάδωτα είναι για τους ευσεβιστές… αυτούς που προσπαθούν να κάνουν όλα τα τυπικά της εκκλησίας μόνο και μόνο για την έξωθεν μαρτυρία – για το τι θα πει ο κόσμος. Τα πρέπει και δεν πρέπει της εκκλησίας;;; 

Γέρων: Παιδί μου δίκαιο έχεις. Πολλές φορές οι άνθρωποι πέφτουν στην παγίδα του πονηρού και κάνουν τυπικά κάποιες εξωτερικές προσπάθειες για να δείχνουν ότι είναι αυτό που λέμε «καλοί Χριστιανοί». Αλλά παιδί μου άλλο «καλός Χριστιανός» και άλλο «αγαπητό τέκνο του Υψίστου».

Τα «αγαπητά τέκνα» είναι αυτοί που ότι κάνουν το κάνουν για να ευαρεστούν τον Θεό και όχι για να δημιουργούν εντυπώσεις στους ανθρώπους. Έτσι και η αλάδωτη νηστεία όταν γίνεται σαν μια ελάχιστη προσφορά αγάπης μέσω της σχετικής μας κακοπάθειας-στέρησης, τότε είναι ευάρεστη στον Θεό και αποτελεί μια μορφή άσκησης. 

Όταν όμως γίνεται εγωιστικά και με κίνητρο την αυτοπροβολή τότε είναι άχρηστη αλλά και επιβλαβείς. Θέλει πολύ προσοχή γιατί αυτά είναι λεπτά θέματα. 

Νέος: Γέροντα και πώς καταλαβαίνει κανείς αν το κάνει για τον Θεό ή για τους ανθρώπους;;; Μερικές φορές είναι δυσδιάκριτο και ενώ νομίζουμε ότι κάνουμε κάτι προς δόξαν Θεού τελικά το κάνουμε για αυτοπροβολή. 

Γέρων: Α, αυτό είναι πολύ απλό… όταν κάνεις κάτι για τον Θεό και μόνο, τότε νιώθεις μια εσωτερική χαρά-την πνευματική χαρά, και ενώ κατά κάποιον τρόπο καταπιέζεις τον εαυτό σου, εσύ παρόλα αυτά νιώθεις μια εσωτερική ανεξήγητη χαρά, χωρίς να σε απασχολεί τι λένε οι άλλοι. Πολλές φορές νιώθεις σαν να πετάς αδιαφορώντας για την στέρησή σου… Τότε ξέρεις ότι είναι ευάρεστο στον Θεό. 

Νέος: Γέροντα άλλοι πάλι κάνουν νηστεία για αποτοξίνωση… εσύ τι λες γι’ αυτό; 

Γέρων: Παιδί μου αυτό είναι πάλι για την υγεία του σώματος και όχι θυσία για τον Θεό. Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε ότι είναι μια μορφής γιόγκα! Τόσο πολύ το κατέκρινε. Σκέψου τι αξία έχει να προσφέρεις σε κάποιον ένα δώρο που σκοπό έχει να ωφελήσει εσένα και όχι να ευαρεστήσει τον άλλο… Δεν θα ήταν καλύτερα να μην το έδινες καθόλου; Είναι μια κοροϊδία κατά κάποιο τρόπο. 

Γι’ αυτό και εμείς δεν θέλουμε να σκεπτόμαστε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το αν η νηστεία βοηθάει και το σώμα είναι ένα επιπλέον «μπόνους» από τον Πανάγαθο Θεό μας αλλά δεν γίνεται με αυτόν τον σκοπό. Όταν ο άνθρωπος νηστεύει ημερεύει. Τα πάθη του ατονούν και τον τρέμει ο διάβολος.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στα ζώα ακόμη. Σκέψου πως είναι ένα αρνάκι και πώς ένας λύκος… Ο Κύριός μας νήστεψε 40 ολόκληρες ημέρες και εμείς οι αμαρτωλοί που το έχουμε ανάγκη δεν πρέπει άραγε να νηστεύουμε;;;. Υπό μία προϋπόθεση βέβαια… να έχουμε την υγεία μας και μόνο με την ευχή του πνευματικού μας. Αυτά άκουσε ο νέος και έφυγε ωφελημένος…

http://inpantanassis.blogspot.gr/

Τό Ἅγιο Ὄρος κοντά μας


Στον Ιερό Ναό τού Αγίου Λουκά εκκλησιάζονταν αγιορείτες πατέρες και κληρικοί από την επαρχία, όταν βρίσκονταν στην Αθήνα ημέρα Κυριακή. Ο π. Ευσέβιος το θεωρούσε ιδιαίτερη τιμή να συλλειτουργήσει μαζί τους και έδινε πάντα το προβάδισμα στο φιλοξενούμενο ιερέα. 

Μερικές φορές μάλιστα εκείνος διακονούσε ταπεινά στο Ιερό. Επιπλέον, το αναλόγιο τού Αγίου Λουκά συχνά το πλαισίωναν μοναχοί και δόκιμοι. Το εκκλησάκι τότε γινόταν μια γωνιά τού Αγίου Όρους. Στο τέλος ο π. Ευσέβιος ζητούσε από το φιλοξενούμενο κληρικό να μιλήσει.

Στη συνέχεια τούς παρέθετε πρόγευμα στο γραφείο, και η άδολη χαρά του ήταν ολοφάνερη. «Ευλογία σήμερα, μεγάλη ευλογία! Το Άγιο Όρος κοντά μας» Ήταν ένα γεγονός πού εύφραινε την ψυχή τού Γέροντα. «Συνάντησης επί το αυτό» έλεγε.

Στο ταπεινό γραφείο του, φιλοξενούσε συμμοναστές του και μοναχούς από άλλα Μοναστήρια. Ο π. Σ., Φιλοθεΐτης ιερομόναχος, με συγκίνηση διηγήθηκε ότι πολλές φορές φιλοξενήθηκε εκεί από τον π. Ευσέβιο με ανυπόκριτη Αγάπη.

Πνευματικοί από την επαρχία και το Άγιο Όρος έβρισκαν φιλόξενο κατάλυμα στον Άγιο Λουκά, για να εξομολογήσουν τά πνευματικά τους τέκνα στην Αθήνα. 

Στις περιπτώσεις αυτές ζούσε κανείς την πνευματική αρχοντιά του π. Ευσεβίου. Μόνος του τακτοποιούσε το εξομολογητήριο' έστηνε το ξύλινο παραβάν με ευχέρεια, έφερνε από το Ιερό τον Εσταυρωμένο τού έξομολογητηρίου και τοποθετούσε το επιτραχήλιο επάνω στο μικρό τραπέζι. «Ορίστε, περάστε» έλεγε στον Πνευματικό με ιλαρό βλέμμα και άφθαστη καλοσύνη. Ή χαρά του ήταν μεγάλη, γιατί μπορούσε να εξυπηρετήσει σ’ αυτό το πνευματικό έργο.

Επίσης, φοιτητές και φοιτήτριες από επαρχιακές πόλεις, εργαζόμενοι νέοι και νέες μέσα στο λίβα της Αθήνας, μακριά από τούς πνευματικούς τους πατέρες, κατέφευγαν στην καθαρή και δροσερή πηγή τού Ευαγγελισμού Λουκά. Αύτη την ευλογία είχαν από τον Πνευματικό τους' να εκκλησιάζονται στο Ιπποκράτειο, να συμβουλεύονται τον π. Ευσέβιο, ακόμη και να εξομολογούνται κοντά του. Τόση εκτίμηση και εμπιστοσύνη είχαν σεβαστοί Γέροντες στο πρόσωπό του.

Ο Μητροπολίτης Ύδρας κύρος Ιερόθεος γράφει: «... Είχε πηγαίον το τάλαντον τού χαρισματούχου πνευματικού και εξομολόγου. Ήσθάνεσο αβιάστως εμπιστοσύνη να διάνοιξης την καρδίαν σου εις το μυστήριον της ιεράς εξομολογήσεως εις τον πνευματικόν π. Εύσέβιον. Κατέφυγον εις τούς δύσκολους εκεί νους καιρούς, τη συμφωνία τού μακαριστού πνευματικού μου πατρός Γερβασίου Παρασκευοπούλου, όστις τον έξετίμα ιδιαιτέρως, υπό την φυσίζωον χάριν τού επιτραχηλίου του και παρεκλήθην “ού σμικρόν”...».

http://inpantanassis.blogspot.gr/

Μοναδικό φως ελπίδας


Πιστεύουμε ότι μοναδικό φως ελπίδας και αισιοδοξίας για την αμφίβολη ποιότητα ζωής των σημερινών νέων μπορεί να προέλθει από τον ουρανό, τον Θεό. 

Διότι ο Τριαδικός Θεός, που αποκαλύπτεται και ζει μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Θεός προσωπικός. 

Ο Θεός συνάπτει προσωπικές σχέσεις με κάθε πιστό έτσι ώστε κάθε κίνηση, έργο, δραστηριότητα ακόμη και σκέψη του ανθρώπου να σχετίζεται άμεσα μαζί Του.

Γέροντας Εφραίμ Βατοπαιδινός
http://inpantanassis.blogspot.gr/