Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Άγιος Νικηφόρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Ομολογητής




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού  
       Η πολυτάραχη εικονομαχική περίοδος (726-843 μ. Χ.) ανέδειξε μια πλειάδα αγίων ομολογητών στην Εκκλησία μας, οι οποίοι ομολογώντας την σώζουσα πίστη της, υπέστησαν φοβερά μαρτύρια και πολλοί από αυτούς έχασαν και αυτή τη ζωή τους. Ένας από τους μεγάλους ομολογητές αυτής της περιόδου υπήρξε και ο άγιος Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.
       Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 758 από ευγενείς γονείς, τους οποίους διέκρινε η ευσέβεια και η προσήλωση στην Ορθοδοξία. Ο πατέρας του ονομαζόταν Θεόδωρος και ήταν βασιλικός γραμματέας και νοτάριος στο Ιερό Παλάτιο και η μητέρα του ονομαζόταν Ειρήνη. Είχαν και οι δυο τους υποστεί σκληρούς διωγμούς από τους εικονομάχους αυτοκράτορες, λόγω της σύνταξής τους στην μερίδα των Ορθοδόξων. Ο πατέρας του είχε εξορισθεί από τον Κωνσταντίνο Ε΄ τον Κοπρώνυμο (741-775) στην περιοχή Μύλασσα της Καρίας και μετά στη Νίκαια, όπου μετά από έξι χρόνια ταλαιπωρίας πέθανε εκεί εξόριστος. 
      Παρ’ όλες τις διώξεις τους, φρόντισαν να δώσουν στο Νικηφόρο καλή εκπαίδευση. Μάλιστα φάνηκαν νωρίς τα φυσικά του προσόντα και οι ικανότητές του, ώστε κλήθηκε στο παλάτι και ανέλαβε βασιλικός γραμματέας, μετά το θάνατο του φανατικού εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄ (775), από την Ειρήνη την Αθηναία. Όμως σύντομα παραιτήθηκε από την υψηλή του θέση για να ικανοποιήσει την παιδική επιθυμία του, να γίνει μοναχός. Έτσι αποσύρθηκε σε κάποιο λόφο απέναντι από το Θρακικό Βόσπορο, όπου εκάρη μοναχός και επικεφαλής μικρής αδελφότητα διήγε το βίο της ασκήσεως και των αρετών. 
        Γρήγορα έγινε γνωστή η φήμη του για τις αρετές του και την αγιότητά του. Γι’ αυτό κλήθηκε να διευθύνει ένα μεγάλο πτωχοκομείο της Βασιλεύουσας. Ως διευθυντής στο ίδρυμα αυτό έδειξε ασυνήθιστη δραστηριότητα. Φρόντισε να ανακουφίσει χιλιάδες αναξιοπαθείς ανθρώπους από την πείνα, τις ασθένειες και την εγκατάλειψη. Η φήμη του έγινε ακόμη μεγαλύτερη από το σπουδαίο αυτό κοινωνικό και φιλανθρωπικό του έργο. 
        Στις 25 Ιανουαρίου 806 κοιμήθηκε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Ταράσιος (730-806). Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος ο Λογοθέτης (803-811) επέλεξε ως διάδοχό του στον πατριαρχικό θρόνο τον Νικηφόρο. Έτσι με την ψήφο κλήρου και λαού εξελέγη Πατριάρχης, στις 5 Απριλίου του 806. Χειροτονήθηκε επίσκοπος και ενθρονίστηκε στις 12 του ιδίου μηνός, την ημέρα του Αγίου Πάσχα. 
        Ο Νικηφόρος θεώρησε τη νέα του υψηλή θέση, ως σπάνια ευκαιρία για να διακονήσει την Εκκλησία του Χριστού. Ανάλωσε κυριολεκτικά τη ζωή του στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Τον βοήθησε η σχετική ηρεμία, που επικρατούσε στο Κράτος και την Εκκλησία, αφού από το έτος 787 εφαρμόστηκαν οι αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ως το 815. Τόσο ο αυτοκράτορας Νικηφόρος, όσο και οι διάδοχοί του Σταυράκιος (811) και Μιχαήλ Ραγκαβές (811-813) έτρεφαν σεβασμό στο πρόσωπό του και τον άφηναν ελεύθερο να επιτελεί το ποιμαντικό και κοινωνικό του έργο. Όμως το 815 ανέβηκε στο θρόνο ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (815-820), φανατικός πολέμιος των Ιερών Εικόνων, ο οποίος εγκαινίασε τη δεύτερη φάση της εικονομαχικής περιόδου. 
       Ο άγιος Νικηφόρος εκδήλωσε φανερά και δυναμικά την αντίθεσή του στην εκκλησιαστική πολιτική του Λέοντος, ο οποίος μισούσε με πάθος τους ορθοδόξους και είχε αρχίσει τις διώξεις εναντίον τους. Παρέλαβε τους ορθοδόξους επισκόπους: όσιο Θεοφύλακτο Νικομηδείας, άγιο Αιμιλιανό Κυζίκου, Άγιο Ευθύμιο Σάρδεων, Ευδόξιο Αμορίου, Άγιο Μιχαήλ Συνάδων και Άγιο Ιωσήφ Θεσσαλονίκης και πήγαν στο παλάτι, προκειμένου να ελέγξουν τον ασεβή αυτοκράτορα και να προσπαθήσουν να τον συνεφέρουν στην Ορθοδοξία. Ο άγιος Νικηφόρος έδειξε ασυνήθιστη παρρησία και θάρρος ενώπιον του σκληρού Λέοντος. 
      Η απόπειρά τους αυτή στέφτηκε με αποτυχία. Ο αυτοκράτορας έμεινε αμετάπειστος στην εκκλησιαστική του πολιτική. Έδωσε διαταγή να συλληφθεί ο Πατριάρχης και οι υπόλοιποι επίσκοποι, που τον ακολούθησαν, καταδικάζοντάς τους σε εξορία. Ο Νικηφόρος εξορίστηκε στην αρχή στην πόλη Χρυσούπολη και αργότερα οδηγήθηκε στη μονή του αγίου Θεοδώρου στον Ακρίτα. Εκεί συνδέθηκε με τον άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη, όπου ήταν εξορισμένος, λόγω του ομολογιακού του φρονήματος κατά των εικονομάχων.
         Το 820 δολοφονήθηκε ο Λέων και ανήλθε στο θρόνο ο Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός (820-829), ο οποίος ήθελε να ηρεμήσει το κράτος, ακολουθώντας μετριοπαθή πολιτική. Γι’ αυτό αποφάσισε να ανακαλέσει τον Νικηφόρο από την εξορία. Του υποσχέθηκε την αποκατάστασή του στον πατριαρχικό θρόνο, με την προϋπόθεση να αναγνωρίσει την ήδη υφιστάμενη κατάσταση στην Εκκλησία, δηλαδή να συνεχιστεί η εικονομαχία και να μη ζητήσει εφαρμογή των όρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Να μην ανακινήσει θέμα αναστηλώσεως των Ιερών Εικόνων. Ο Νικηφόρος αρνήθηκε κατηγορηματικά να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του εικονομάχου αυτοκράτορα, ανταλλάσοντας την εγκόσμια δόξα με την ομολογία της σώζουσας πίστης. Θεώρησε ως καθήκον του να μη συμβιβαστεί με την πλάνη και την ασέβεια. Ο αυτοκράτορας υπέγραψε την οριστική έκπτωσή του από τον πατριαρχικό θρόνο και την εκ νέου εξορία του. Έμεινε στην εξορία για εννέα χρόνια, θεωρώντας τα κακοπαθήματά του ως ύψιστη ευλογία του Θεού. Εκεί κοιμήθηκε ειρηνικά το έτος 829. Μετά την παύση της εικονομαχίας ανακηρύχτηκε άγιος και ομολογητής. Η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Ιουνίου.
        Ο άγιος Νικηφόρος ανήκει αναμφίβολα  στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο οποίος όρθωσε το ανάστημά του στους ισχυρούς της εξουσίας, σε μια στιγμή που κινδύνευε η ορθόδοξη πίστη. Με ζήλο και ενθουσιασμό αγωνίστηκε κατά της εικονομαχίας, η οποία ήταν στην ουσία η συνέχιση των χριστολογικών αιρέσεων των προηγουμένων αιώνων. Η άρνηση του εικονισμού του Χριστού σήμαινε την άρνηση της ανθρώπινης φύσης Του. Ο άγιος Νικηφόρος, ως άριστος Θεολόγος και εκκλησιαστικός συγγραφέας, συνέβαλε τα μέγιστα για την αντίκρουση της πλάνης των εικονομάχων. Μέσα στην λαίλαπα των διώξεών του έγραψε περισπούδαστα έργα, όπως: «Σύντομος Ιστορία», «Χρονολογικόν σύντομον», «Στιχομετρία», «Λόγοι αντιρρητικοί», «Επιστολαί» και διάφοροι εκκλησιαστικοί κανόνες. 
      Τόσο ο άγιος Νικηφόρος, όσο και οι άλλοι ομολογητές επίσκοποι αυτής της ταραγμένης περιόδου αποτελούν, (πρέπει να αποτελούν), τα πρότυπα των κατοπινών και των σημερινών Επισκόπων!  

https://www.nyxthimeron.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Δ´ 23 - 25
23 Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ. 24 καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν· καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς· 25 καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας καὶ Δεκαπόλεως καὶ Ἱεροσολύμων καὶ Ἰουδαίας καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου.
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ε´ 1 - 13
1 Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος· καὶ καθίσαντος αὐτοῦ προσῆλθαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· 2 καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς λέγων· 3 Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 4 μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. 5 μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσιν τὴν γῆν. 6 μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται. 7 μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται. 8 μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται. 9 μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται. 10 μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 11 μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσιν καὶ εἴπωσιν πᾶν πονηρὸν καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ· 12 χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς· οὕτω γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν. 13 Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Δ´ 23 - 25
23 Καὶ περιώδευεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων εἰς τὰς συναγωγάς των, ὅπου κάθε Σάββατον ἐμαζεύοντο οἱ Ἑβραῖοι, διὰ νὰ ἀκούσουν τὴν ἀνάγνωσιν τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ νὰ προσευχηθοῦν.Καὶ ἐκεῖ ἐκήρυττε τὸ χαρμόσυνον ἄγγελμα, ὅτι ἐπλησίαζεν ὁ χρόνος τῆς πνευματικῆς βασιλείας, ποὺ θὰ ἔφερεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἀπολύτρωσιν καὶ χαράν· καὶ ἐθεράπευε κάθε εἶδος ἀσθένειαν καὶ ἀδιαθεσίαν μεταξὺ τοῦ λαοῦ. 24 Καὶ διεδόθη ἡ φήμη του εἰς ὅλην τὴν Συρίαν.Καὶ ἔφεραν εἰς αὐτὸν ὅλους, ὅσοι ὑπέφεραν ἀπὸ ποικίλας νόσους καὶ κατείχοντο ἀπὸ ἀσθενείας βασανιστικάς, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ τοὺς ἐθεράπευσε. 25 Καὶ τὸν ἠκολούθησαν πολλὰ πλήθη λαοῦ ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν καὶ ἀπὸ τὰς δέκα ἑλληνικὰς πόλεις, ποὺ εἶχαν κτισθῇ κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν ἀνατολικὴν ὄχθην τοῦ Ἰορδάνου, καὶ ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὴν Ἰουδαίαν καὶ τὴν χώραν, ποὺ ἐκτείνεται πέραν ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην ποταμόν.
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ε´ 1 - 13
1 Όταν δὲ εἶδε τοὺς ὄχλους, ἀνέβη εἰς τὸ γειτονικὸν πρὸς τὴν λίμνην ὄρος καὶ ἀφοῦ ἐκάθισεν, ἦλθαν πλησίον του οἱ μαθηταί του. 2 Καὶ ἀφοῦ ἤνοιξε τὸ στόμα του μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ὁμιλήσῃ, τοὺς ἐδίδασκε λέγων· 3 Μακάριοι καὶ πανευτυχεῖς εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ταπεινῶς συναισθάνονται τὴν πνευματικὴν πτωχείαν των καὶ τὴν ἐξάρτησιν ὁλοκλήρου τοῦ ἐαυτοῦ των ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι εἶναι ἰδική των ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 4 Μακάριοι εἶναι ὅσοι πενθοῦν (διὰ τὰς ἁμαρτίας των καὶ διὰ τὸ κακόν ποὺ ἐπικρατεῖ εἰς τὸν κόσμον) διότι αὐτοὶ θα παρηγορηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεόν. 5 Μακάριοι εἶναι οἱ πρᾶοι καὶ εἰρηνικοί, διότι αὐτοὶ θὰ λάβουν ὡς κληρονομίαν τὴν νέαν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, τὴν ἄνω ῾Ιερουσαλήμ, τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 6 Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ μὲ σφοδρὸν ἐσωτερικὸν πόθον σὰν πεινασμένοι καὶ διψασμένοι ἐπιθυμοῦν τὴν δικαιοσύνην καὶ τελειότητα, διότι αὐτοὶ θὰ χορτασθοῦν διὰ πλήρους ἰκανοποιήσεως τοῦ πόθου των. 7 Μακάριοι εἶναι οἱ εὐσπλαγχνικοὶ καὶ ἐπιεικεῖς, ποὺ συμπονοῦν εἰς τὴν δυστυχίαν τοῦ πλησίον, διότι αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως. 8 Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν τὴν καρδίαν τους καθαρὰν ἀπὸ κάθε μολυσμὸν ἁμαρτίας, διότι αὐτοὶ θὰ ἴδουν τὸν Θεόν. 9 Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν μέσα τους τὴν ἐκ τοῦ ἁγιασμοῦ εἰρήνην καὶ μεταδίδουν αὐτὴν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, εἰρηνεύοντες τούτους καὶ μεταξύ των καὶ πρὸς τὸν Θεόν, διότι αὐτοὶ θὰ ἀναγνωρισθοῦν καὶ θὰ διακηρυχθοῦν εἰς τὸν οὐράνιον κόσμον υἱοὶ Θεοῦ. 10 Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐδιώχθησαν ἕνεκα τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς χριστιανικῆς των τελειότητος, διότι εἶναι ἰδική των ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 11 Μακάριοι εἶσθε, ὅταν σᾶς ἐμπαίξουν καὶ σᾶς ὑβρίσουν οἱ ἄνθρωποι, καὶ σᾶς διώξουν καί, ψευδόμενοι, εἴπουν παντὸς εἴδους κακολογίας καὶ κατηγορίας ἐναντίον σας, ἐπειδὴ πιστεύετε εἰς ἐμέ. 12 Χαίρετε καὶ ζωηρὰ ἐκδηλώσατε τὴν χαράν σας, διότι ἡ ἀνταμοιβή σας εἰς τοὺς οὐρανοὺς θὰ εἶναι μεγάλη.Διότι ἔτσι κατεδίωξαν καὶ τοὺς προφήτας, τοὺς ὁποίους ἔστειλεν ὁ Θεὸς προτήτερα ἀπὸ σᾶς. 13 Σεῖς οἱ μαθηταί μου εἶσθε τὸ πνευματικὸν ἅλας τῶν ἐπὶ τῆς γῆς ἀνθρώπων, ἐπειδὴ ἔχετε προορισμὸν νὰ προλαμβάνετε τὴν ἠθικὴν σαπίλαν.Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἅλας χάσῃ τὴν δύναμίν του, μὲ τί θὰ ἀλατισθῇ, ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ πάλιν τὴν δύναμιν ποὺ ἔχασε; Δὲν χρησιμεύει πλέον εἰς τίποτε, παρὰ νὰ πεταχθῇ ἔξω εἰς τοὺς δρόμους καὶ νὰ καταπατῆται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.Ἐὰν λοιπὸν καὶ σεῖς χάσετε τὴν ἠθικήν σας δύναμιν, δὲν θὰ γίνετε ἄχρηστοι μόνον, ἀλλὰ καὶ θὰ περιφρονηθῆτε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Η Θεία Χάρη όταν πέ­σει στη ψυχή, γί­νε­ται τρο­φή σ' εκεί­νον που πει­νά για τον Χρι­στό, γλυ­κύ­τα­το νερό, σε εκεί­νον που διψά, έν­δυ­μα σ' εκεί­νον που κρυώ­νει, ανά­παυ­ση στον κο­πιά­ζον­τα, πλη­ρο­φο­ρία σ' εκεί­νον που προ­σεύ­χε­ται και σε εκεί­νον που πεν­θεί γί­νε­ται πα­ρη­γο­ριά.

Άγιος Μάρκος ο Ασκητής

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Ο Άγιος Παΐσιος μιλά με την γλώσσα της Πεντηκοστής!



Μεγαλύτερη αξία έχει ένας λόγος ταπεινού ανθρώπου με βιώματα, που βγαίνει με πόνο από τα βάθη της καρδιάς του, παρά ένας σωρός φιλολογίες εξωτερικού ανθρώπου, που βγαίνουν με ταχύτητα από την εκπαιδευμένη του γλώσσα, η οποία δεν πληροφορεί τις ψυχές, γιατί είναι σάρκα και όχι πύρινη γλώσσα της Αγίας Πεντηκοστής.
Κάποτε ένας φοιτητής της Θεολογικής Σχολής τον ρώτησε:
– Γέροντα, πως έγραψε ο Μωυσής την Πεντάτευχο;
– Ε, ευλογημένε, του τα έδειξε ο Θεός σαν τηλεόραση, και τα έγραψε, απάντησε με φυσικότητα ο Πατήρ Παΐσιος, αφού και ο ίδιος είχε πείρα της «πνευματικής τηλεοράσεως».
Μια παρέα αλλοδαπών, ένας Άγγλος, ένας Ιταλός και ένας Γάλλος, επισκέφθηκε το Γέροντα. Κάποιος Έλληνας γλωσσομαθής προσφέρθηκε να κάνει το διερμηνέα. Ό Γέροντας του είπε ότι δε χρειάζεται.
– Τους πήρε σε μια γωνιά έξω από την αυλή του και άρχισε να συνομιλεί μαζί τους. Μίλησε αρκετή ώρα. Επιστρέφοντας είπε στο «διερμηνέα».
– Τα είπαμε, τα είπαμε μ’ αυτούς! Εγώ τους μιλούσα στα Ελληνικά. Αυτοί καταλάβαιναν στη γλώσσα τους και έτσι συνεννοηθήκαμε!
Ανέστης Μαυροκέφαλος: Πάρα πολλοί αλλοδαποί ευεργετήθηκαν. Του μιλούσαν ιαπωνικά, ο γέροντας απαντούσε στα ελληνικά και ο Ιάπωνας καταλάβαινε!
«Είδα προσκυνητές να έρχονται από το Μεξικό, από την Αυστραλία, εκείνος τους μιλούσε ελληνικά και καταλάβαιναν όλοι! Απ’ όπου και αν προέρχονταν, τον καταλάβαιναν. Μέχρι και ο Δαλάι Λάμα τον επισκέφθηκε για να τον γνωρίσει, γιατί είχε ακούσει τόσα για εκείνον!»
Ο Άγιος Παΐσιος συνεννοείται με ετερογλώσσους με την γλώσσα της Πεντηκοστής!
Είναι γνωστό ότι ο Γέροντας, εκτός από τα ελληνικά, δεν γνώριζε άλλη γλώσσα. Όμως συνέβη επανειλημμένως –όταν υπήρχε λόγος- με την γλώσσα της Πεντηκοστής να συνομιλήσει και να συνεννοηθεί θαυμάσια με ετεροδόξους.
«Ήμουν παρών», διηγείται ο Ι.Ε.Κ., «κάποτε στο Κελλί του Γέροντα μαζί με άλλους τρεις επισκέπτες και ένα Γάλλο που δεν μιλούσε λέξη Ελληνικά. Όταν ήρθε η σειρά του να μιλήσει με τον Γέροντα , πήγαν πιο πέρα και για δεκαπέντε λεπτά συνομιλούσαν καθισμένοι στα κούτσουρα. Τους βλέπαμε που συζητούσαν με ενδιαφέρον. Πώς επικοινωνούσαν, αφού δεν υπήρχε κοινή γλώσσα επικοινωνίας; Ο ξένος έφυγε χαρούμενος. Η ικανοποίηση φαινόταν έκδηλη στο πρόσωπό του».
***
Γάλλος περιηγητής είχε συμφωνήσει με κάποιο μοναχό να πάνε μαζί να δούνε τον Γέροντα . Το βράδυ είχε αγρυπνία στο μοναστήρι που έμενε. Ο μοναχός μετά την αγρυπνία πήγε στο κελλί του να ξεκουραστεί. Αλλά ο αλλοδαπός από τον πόθο να δει τον Γέροντα κατέβηκε μόνος του στο Καλύβι. Συνομίλησαν θαυμάσια και από την συζήτηση σχημάτισε την εντύπωση ότι ο Γέροντας γνώριζε άπταιστα Γαλλικά.
***
Πνευματικό τέκνο του Γέροντα διηγείται: «Μια μέρα πήγα πρωί στην «Παναγούδα». Μόλις είχε φωτίσει. Χτύπησα το σιδεράκι και μου άνοιξε ο Γέροντας χαμογελώντας. Με ρώτησε:
– Τι λες εσύ, παπα-… όταν ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος επισκέφτηκε τον Μέγα Βασίλειο ,χρειάσθηκαν διερμηνέα;
-Νομίζω όχι, Γέροντα, του είπα.
»Πέρασα στο Αρχονταρίκι και βρήκα έναν αλλοδαπό επισκέπτη. Μέχρι να ετοιμάσει ο Γέροντας το κέρασμα, με τα λίγα Αγγλικά που ήξερα πιάσαμε την συζήτηση και μου είπε ότι χθες βράδυ ήρθε αργά. Καθυστέρησε, γιατί έχασε τον δρόμο, πέρασε η ώρα και ο Γέροντας τον φιλοξένησε. Στην αρχή δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν. Ο Γέροντας τον άφησε για δέκα λεπτά (φαίνεται έκανε προσευχή) και μετά συνεννοούνταν χωρίς καμιά δυσκολία. Ο Γέροντας μιλούσε Ελληνικά, ο αλλοδαπός Αγγλικά, αλλά καταλάβαινε ο ένας τον άλλο.
***
Μαρτυρία π. Π. Λ.: «Πήγα με τον Δανιήλ, έναν Ισπανό που έγινε Ορθόδοξος, στον γέροντα Παΐσιο. Ήθελε να μιλήση μαζί του και εγώ θα έκανα τον διερμηνέα. Έκανε μια ερώτηση ο Δανιήλ και πριν κάνω την μετάφραση ο Γέροντας απάντησε.
Ο Δανιήλ απόρησε και με ρώτησε δυο φορές: «Πώς γίνεται, δεν έκανες την μετάφραση». Του είπα: «Τι φταίω εγώ, σε απάντησε σωστά». Ο Γέροντας τον καθησύχασε λέγοντάς του: «Άστον αυτόν (εμένα τον μεταφραστή) και πες μου τι θέλεις».
Άρχισαν να μιλούν, εκείνος στα Ισπανικά και ο Γέροντας στα Ελληνικά. Θαύμαζα και χαμογελώντας είπα: «Τι χρειάζομαι εγώ, καλύτερα να φύγω». Ο Γέροντας με κράτησε το χέρι λέγοντας: «Κάθησε, αλλά να μη μάθη κανείς».
Σκεφτόμουν πόσο μεγάλος Άγιος είναι ο Γέροντας. Παρακολούθησα όλη την συζήτηση αλλά μετά δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τίποτε παρά μόνο το τελευταίο: «Αυτή την αμαρτία πρέπει να την εξομολογηθής», του είπε ο Γέροντας».
***
Ο π. Βασίλειος Γρηγοριάτης μαρτυρεί: «Είχα πάει στο Κελλί του Γέροντα καταμεσήμερο. Η πόρτα ήταν κλειστή. Ένας νεαρός περίμενε ξαπλωμένος στο χώμα. Ήταν Ελληνοαμερικανός και ήξερε μόνο Αγγλικά.
«Πώς θα συνεννοηθείς με τον Γέροντα;», τον ρώτησα. «Κάποιον θα στείλει ο Θεός», απάντησε. «Να, εσένα», συμπλήρωσε. Τελικά βρέθηκα και εγώ μαζί τους τάχα για να κάνω τον δραγουμάνο με τα σπασμένα λιγοστά Αγγλικά, που και κείνα τα είχα ξεχάσει.
Παρατήρησα όμως, με μεγάλη μου έκπληξη, πως ο π. Παΐσιος καταλάβαινε όλα όσα του έλεγε το παιδί, καλύτερα από μένα, και του απαντούσε Ελληνικά βέβαια, που μετέφραζα εγώ, με πολλά απλά και σοφά παραδείγματα.
Εκείνο που θα μου μείνει αλησμόνητο είναι η λύση που έδωσε σ’ ένα πρόβλημα που του εξέθεσε ο νέος, στο οποίο φανερωνόταν η μεγάλη πίστη και εμπιστοσύνη του στην πρόνοια του Θεού.
«Η μητέρα μου», παραπονέθηκε ο νεαρός, «μου ζητά συνεχώς χρήματα, και όσα και αν της δώσω από τις λίγες οικονομίες μου, τα σπαταλά άσκοπα. Δεν ξέρω τι να κάνω». «Άκου, παιδί μου», του απαντά ο π. Παΐσιος.
«Τα χρήματα που θάδινες στην μητέρα σου να τα δίνης ελεημοσύνη σ’ ένα φτωχό και κείνη την ώρα να κάνης μια προσευχή. Να λες: Θεέ μου, αυτά τα δίνω για την μητέρα μου, εσύ φρόντισέ την. Τότε ο Θεός θα την αναλάβει από μόνος Του, θα βρει τρόπους»».

Από το βιβλίο: Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου του ιερομονάχου Ισαάκ Από το Κεφάλαιο: «Συνεννόηση με ετερογλώσσους» σ. 618-621
https://proskynitis.blogspot.com/

- Άχραντε, αμίαντε, άναρχε, αόρατε, ακατάληπτε, ανεξιχνίαστε, αναλλοίωτε, ανυπέρβλητε, αμέτρητε, ανεξίκακε...




- Άχραντε, αμίαντε, άναρχε, αόρατε, ακατάληπτε, ανεξιχνίαστε, αναλλοίωτε, ανυπέρβλητε, αμέτρητε, ανεξίκακε είναι οι λέξεις με τις οποίες αρχίζει σήμερα η πρώτη ευχή της γονυκλισίας της Πεντηκοστής.
- Επίσης το σημερινό Ευαγγέλιο αρχίζει με την κραυγή του Ιησού “Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός μέ καί πινέτω.”
Με βάση τα παραπάνω φτιάξαμε το πρόχειρο παραμιλητό που ακολουθεί ...
Άχραντε Κύριε, εσύ που παραμένεις ανέγγιχτος από τη φθορά, επίβλεψε σε εμένα τον μολυσμένο από τον εγωκεντρισμό, τις αποτυχίες και τις προκλήσεις του κόσμου, και δρόσισε την ξεραμένη μου καρδιά με το καθαρό νερό της συγχώρεσης και της λύτρωσης.
Αμίαντε Θεέ, μπροστά στην απόλυτη καθαρότητά σου στέκομαι εγώ που κουβαλώ τα στίγματα της προδοσίας και της εγκατάλειψης, ζητώντας να μεταγγίσεις μια σταγόνα από τη Χάρη σου στην πληγωμένη μου ζωή για να βρω τη δύναμη να συνεχίσω.
Άναρχε Δημιουργέ, Εσύ που δεν έχεις αρχή και τέλος, στρέψε το βλέμμα σου σε εμένα τον πεπερασμένο όταν καταρρέω, κάτω από το βάρος της πραγματικότητας, και δώσε μου το ποτήρι της ελπίδας που νικά την ανασφάλεια και τον φόβο.
Αόρατε Πατέρα, που κρύβεσαι από τα μάτια αλλά φανερώνεσαι στην Αγάπη, εισάκουσε την κραυγή της μοναξιάς μου καθώς βαδίζω στο σκοτάδι της κατάθλιψης, και γέμισε το κενό της ύπαρξής μου με τη ζωντανή σου παρουσία, η οποία αποτελεί το αιώνιο και αδιάλειπτο στήριγμά μου.
Ακατάληπτε Κύριε, εσύ που υπερβαίνεις κάθε ανθρώπινη λογική, δέξου τον πόνο μου για τις αδικίες που υπομένω και για τα αναπάντητα ερωτήματα της μοίρας μου, ξεδιψώντας τον κλονισμένο μου νου με την ειρήνη της σοφίας σου.
Ανεξιχνίαστε Θεέ, τα σχέδιά σου είναι απύθμενα για την πεπερασμένη μου σκέψη, ανάλαβε την οδύνη μου καθώς θαλασσοδέρνομαι στις τρικυμίες των καθημερινών αναγκών και του άγχους για την επιβίωση, και πρόσφερέ μου το ύδωρ της εμπιστοσύνης στην πρόνοια σου.
Αναλλοίωτε Σωτήρα, που παραμένεις αιώνια τέλειος, βοήθησέ με να διαχειριστώ την οδύνη των συνεχών απωλειών, του πένθους και των βίαιων αλλαγών στη ζωή μου, και στήριξε την κλονισμένη μου ψυχή πάνω στην ακλόνητη σταθερότητά σου.
Ανυπέρβλητε Άρχοντα του σύμπαντος κόσμου, που καμία επίγεια δύναμη δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί αου, ελέησέ με τον αδύναμο την ώρα που λυγίζω κάτω από την εξουσία των ισχυρών και την αδιαφορία των πολλών, χαρίζοντάς μου το πνευματικό νερό της δικαιοσύνης σου.
Αμέτρητε Θεέ, που το μέγεθος του ελέους σου δεν έχει όρια, κοίταξε την εξαθλίωση και την πνευματική μου ένδεια, και ξεδίψασέ με, με τον απέραντο πλούτο της αγάπης σου.
Ανεξίκακε Κύριε, που υπομένεις τις αμαρτίες μου με απέραντη μακροθυμία, πρόσβλεψε στο πλάσμα σου καθώς ταλαιπωρούμαι καθημερινά από τις αδυναμίες και τα σφάλματά μου, και δώσε μου να πιω από την πηγή ανεξάντλητης υπομονής σου ώστε να υπομένω ευχαριστιακά τον προσωπικό μου σταυρό.

https://proskynitis.blogspot.com/

«Σταμάτησε τήν τρικυμία καί στεῖλε, ὦ Κύριε, τό Πανάγιον Πνεῦμα»




Συγκεντρωμένοι βρισκόντουσαν ὅλοι κατὰ τὴν ἅγια τῆς Πεντηκοστῆς ἡμέρα
καὶ προσευχόμενοι περίμεναν οἱ ἕνδεκα Ἀπόστολοι.
Καὶ ὅπως λέει τὸ ἀνάγνωσμα τῶν Πράξεων,ἔγινε ξαφνικὰ βροντὴ σὰν ἄνεμος ὁρμητικὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ πάταγο καὶ μὲ φωτιὰ ἐγέμισε ὁλόκληρο τὸ δωμάτιο
καὶ θαυμασμὸ προκάλεσε μέγιστο στοὺς ἀγαπημένους.
Γι’ αὐτὸ καὶ βλέποντας τὸ σπίτι σὰν πλοῖο νὰ σαλεύει λέγανε:
«Σταμάτησε τὴν τρικυμία καὶ στεῖλε, ὦ Κύριε, τὸ Πανάγιον Πνεῦμα».
Καθὼς πίστεψαν οἱ σοφοὶ πὼς ὅλο τὸ Ἀνώγι χανόταν ἀπ’ τὸν ἄνεμο, ὅλοι ἔκλεισαν τὰ μάτια φοβισμένοι.
Καὶ νά, συνέβη κάτι ἄλλο πιὸ φρικτὸ καὶ στὸν πρῶτο φόβο κι ἄλλον τρόμο πρόσθεσαν
τὰ ἀλλεπάλληλα θαύματα, ἀφοῦ στὴ συνέχεια γλῶσσες φωτιᾶς τοὺς ἄγγιζαν καὶ στῶν ἀγαπημένων τὶς κεφαλὲς ἐρχόντουσαν καὶ δὲν ἔκαιγαν καθόλου τὰ μαλλιά,
ἀλλὰ τὸν νοῦ ἐφώτιζαν.Καὶ πράγματι νὰ καθαρίσουν καὶ νὰ φωτίσουν τὶς ἔστειλε τὸ Πανάγιον Πνεῦμα.

Ὕμνοι Ἁγίου Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ
Στὴν Ἁγία Πεντηκοστή
Ἀπόδοση τὰ νέα ἐλληνικὰ Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης
''Πειραϊκή Εκκλησία''Τεῦχος 359, Ἰούνιος 2023
https://proskynitis.blogspot.com/

Γιατί γονατίζουμε τρεις φορές στον Εσπερινό της Πεντηκοστής;




«Θεέ μου…Είμαι πεσμένος… Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…»
Κατά την «έσχατη» και «μεγάλη» και «σωτήρια» ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία μας αποκαλύφθηκε και προσκυνούμε και δοξάζουμε το μέγα μυστήριο της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου και Ασυγχύτου Τριάδας, του Ενός και Μοναδικού Θεού, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμέσως μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, τελούμε τον «Εσπερινό της Γονυκλισίας», κατά τον οποίο ψάλλουμε ύμνους αφιερωμένους κατ’ εξοχήν στο Πανάγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Τρισηλίου Θεότητας, που είναι «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά. Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα, Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».
Αμέσως μετά την «Είσοδο» του Εσπερινού, κι αφού ψαλεί το «Φως ιλαρόν» και το πανηγυρικό Μέγα Προκείμενο «Τίς Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος!» σε ήχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, αντάξιο του νοήματος και του μηνύματός του, ο Διάκονος μας καλεί, κλήρο και λαό, να γονατίσουμε και ν’ απευθύνουμε στο Θεό γονυπετείς λόγο ικεσίας: 
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Από τη λαμπροχαρμόσυνη αγία ημέρα του Πάσχα μέχρι και σήμερα, η γονυκλισία ήταν απαγορευμένη. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, και για να υπογραμμίζεται το χαρούμενο και σωτήριο μήνυμα των αναστάσιμων βιωμάτων της Εκκλησίας, η προσευχή των Ορθοδόξων γίνεται «ορθοστάδην». Σε όρθια δηλαδή στάση, και όχι με γονυκλισία. Όμως την ώρα τούτη το «ορθοστάδην» παραμερίζεται, όχι μόνο για να χαιρετίσουμε θεοπρεπώς το Πανάγιο Πνεύμα, «δι’ ου Πατήρ γνωρίζεται και Υιός δοξάζεται, και παρά πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τής Αγίας Τριάδος», μα και για να πούμε κατά πως ταιριάζει σε παραστρατημένους, όπως είμαστε όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, το «ημάρτομεν!», και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού, την άφεση, την κάθαρση, τη συγγνώμη.
Τη γονυκλισία την ονομάζει ο λαός μας και «μετάνοια». Γιατί η στάση του μετανοούντος είναι το «κλίνειν τα γόνατα». Κάτω τα γόνατα, κάτω και το πρόσωπο, σημαίνει απλούστατα: «Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Είμαι πεσμένος. Έχω καταντήσει “γη και σποδός”. Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…». Έτσι, σήμερα που ήρθε στον κόσμο ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας το «καθαίρον (που καθαρίζει) τα πταίσματα», καλούμαστε να πάρουμε στάση (όχι μόνο σώματος, μα και ζωής!) μετανοούντος:
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Στην Κρήτη λένε οι παλαιότεροι: «Και στην κορυφή του βουνού να βρεθείς τούτη την ημέρα ολομόναχος, θα πρέπει να γονατίσεις και να κάμεις το σταυρό σου». 
Και κρύβουν τα λόγια τούτα την αίσθηση της πραγματικής μετοχής στη ζωή του Ενός Σώματος της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από εξωτερικές συνθήκες. Την αίσθηση της εν Θεώ τω εν Τριάδι οργανικής ενότητας των πιστών, όπου κι αν οι συγκυρίες της ζωής τους θέλουν να βρίσκονται… 
Και γονατίζει ο πιστός όπου κι αν είναι: Στην εκκλησιά του· στο σπίτι του ή στο νοσοκομείο, αν είναι άρρωστος· στο πλοίο του, αν θαλασσοπορεί· στο βουνό στον κάμπο· στη στάνη· στο δάσος· στην ξενιτιά· στο κάτεργο· στη φυλακή… Όπου βρίσκεται!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Η πρώτη Ευχή της Γονυκλισίας απευθύνεται στον «Άχραντο, αμίαντο, άναρχο, αόρατο, ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, αναλλοίωτο, ανυπέρβλητο, αμέτρητο, ανεξίκακο Κύριο», τον «Πατέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» και Τον παρακαλεί, με μόνο συνήγορό μας τη δική Του «συμπάθεια», να μας δεχθεί καθώς προσπέφτουμε ενώπιον Του μετανοημένοι και φωνάζοντας το «ημάρτομεν!». 
Του θυμίζει πως από τη μήτρα της μητέρας μας ήδη, Αυτόν μονάχα είχαμε για Θεό μας, αλλά, επειδή τη ζωή μας τη χαραμίσαμε στη ματαιότητα, μείναμε γυμνοί από τη βοήθειά Του και δεν έχουμε λόγια για ν’ απολογηθούμε. Όμως παίρνουμε Θάρρος από τους οικτιρμούς Του και κράζουμε: 
«Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής, και εκ των κρυφίων ημών καθάρισον ημάς». (Μη θυμηθείς τις αμαρτίες που κάναμε στα νιάτα μας, όταν είχαμε άγνοια των εντολών Σου, και από τα κρυφά και ανομολόγητα κρίματα της καρδιάς μας καθάρισέ μας). Του ζητά, πριν βρεθούμε πίσω στο χώμα, σ’ Αυτόν να μας αξιώσει να επιστρέψουμε!
Να ζυγομετρήσει τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Του και ν’ αντιπαραθέσει την άβυσσο των οικτιρμών και του ελέους Του στο πλήθος των πλημμελημάτων μας! Να μας ρύσει, να μας γλυτώσει από την αβάσταχτη τυραννία του διαβόλου! Ν’ ασφαλίσει τη ζωή μας μέσα στους άγιους και ιερούς Του νόμους και να μας συνάξει όλους στη Βασιλεία Του. Και καταλήγει ικετευτικά: «Δος συγγνώμη σε όσους ελπίζουν σε Σένα… καθάρισέ μας με την ενέργεια του Αγίου Σου Πνεύματος».
Πρόκειται για προσευχή «αντρίκια»! Εξομολογητική, χωρίς προσπάθειες άσκοπης δικαιολογίας ή αποποιήσεως ευθυνών. «Ημάρτομεν!» «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής!» «Εκ των κρύφιων ημών καθάρισον ημάς!» «Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε!» Δεν είναι λόγια αυτά!
Είναι βέλη που σαϊτεύουν την πατρική καρδιά του Ανεξίκακου και Πολυέλεου και Φιλάνθρωπου Θεού!…
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Η δεύτερη Ευχή απευθύνεται στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το «απαύγασμα του Πατρός» (που πηγάζει από τον πατέρα), τον «της ουσίας και της φύσεως Αυτού απαράλλακτον και αμετακίνητον χαρακτήρα», την «πηγή της σωτηρίας και της χάριτος» και Του ζητά να μας ανοίξει Αυτός, ο «διδούς ευχήν τω εύχομένω» (αυτός που δίνει προσευχή στον προσευχόμενο), τα αμαρτωλά μας χείλη και να μας διδάξει «πώς δει και υπέρ ων χρή προσεύχεσθαι» – ρεαλιστική παραδοχή πως χωρίς Αυτόν, ούτε να Τον ζητήσουμε μπορούμε, ούτε να Του ζητήσουμε τα συμφέροντα ξέρουμε. 
Κι αφού Του δηλώσει με ταπείνωση πως περιμένουμε η ευσπλαχνία Του να νικήσει το άμετρο πλήθος των αμαρτιών μας. Του λέει πως με φόβο θείο στεκόμαστε μπροστά Του, έχοντας ρίξει την απελπισία της ψυχής μας μέσα στου ελέους Του το πέλαγος, και Του ζητάει για λογαριασμό μας: 
«Κυβέρνησε μου την ζωήν… και γνώρισέ μου το δρόμο που θα πορευτώ». «Το Πνεύμα της Σοφίας Σου, χάρισε στη σκέψη μου. Πνεύμα συνέσεως δώρισε στην «αφροσύνη» μου. Τα έργα μου ας τα κατευθύνει πνεύμα θεοφοβίας. Πνεύμα ευθές και ηγεμονικό μη μου στερήσεις, για ν’ αξιωθώ, με του Αγίου Πνεύματος την καθοδήγηση, να εργάζομαι τις εντολές Σου και πάντοτε να νιώθω την παρουσία Σου». Και κορυφώνει: «Την Σην ικετεύω αγα­θότητα. Όσα ηυξάμην απόδος μοι εις σωτηρίαν» (την καλοσύνη Σου ικετεύω: Όσα σχετικά με τη σωτηρία μου Σου ζήτησα προσευχόμενος, χάρισέ μου), για να Του υπογραμμίσει πιο κάτω πως Αυτός είναι η μοναδική μας ελπίδα, παρά τις αμαρτίες μας: «Σε Σένα μόνο αμαρτάνουμε, αλλά και Σένα μόνο λατρεύουμε.
Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε άλλο Θεό, ούτε να υψώνουμε ικετευτικά τα χέρια μας σε κάποιο άλλο Θεό». Κι αυτός ο τονισμός ότι Αυτός είναι ο μοναδικός μας Θεός, το μοναδικό μας, δηλαδή, και έσχατο καταφύγιο, θέλει -αν μπορούμε να το πούμε έτσι (χωρίς, πάντως, άσεβη διάθεση)- να κινήσει το φιλότιμο του Θεανθρώπου να μας δώσει χέρι βοηθείας, να μας χαρίσει την άφεση και τα προς σωτηρία αιτήματα, δεχόμενος τη γονυκλισία και την προσευχή μας, «ως θυμίαμα δεκτό, αναλαμβανόμενο ενώπιον της υπεράγαθης Βασιλείας Του».
Είναι και τούτη η ευχή μια προσευχή τολμηρή. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν». Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε ξένο θεό, ούτε να υψώνουμε χέρια ικετευτικά σ’ άλλο θεό έξω από Σένα! Ομολογία πτώσεως, φθοράς, εξαχρειώσεως, έσχατου κινδύνου! Αλλά ταυτόχρονα και ομολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανής ελπίδας σ’ Αυτόν που είναι «η ελπίς πάντων των περά­των της γης» (Ψαλμ. 64: 6), και αγάπης λατρευτικής γι’ Αυτόν που «πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ίωάν. 4: 19). 
Προσευχή δίχως φαρισαϊσμούς και υποκρισίες. Σωστό ξέσπασμα αληθινά ορθόδοξης καρδιάς!…
«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Ακολουθεί η τρίτη Ευχή, που απευθύνεται κι αύτη στο δεύτερο Πρόσωπο της Υπερουσίου Τριάδος, που είναι «η πηγή που πάντοτε και ασταμάτητα αναβλύζει ζωή και φως, η δημιουργική Δύναμη που είναι αιώνια όπως ο Πατέρας, Εσύ που εκπλήρωσες κατά τον καλύτερο τρόπο, πανέμορφα, ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων», Ιησούς Χριστός, που έλυσε τους άλυτους δεσμούς του θανάτου και έσπασε του άδη τα κλειδιά και καταπάτησε τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, και πρόσφερε τον Εαυτό Του για χατίρι μας «άμωμον ιερείον»(αψεγάδιαστη θυσία) και θυσία άχραντη, και με θεόσοφο δόλωμα αγκίστρωσε τον «αρχέκακο και βύθιο δράκοντα» και τον δέσμευσε για πάντα, και τον κατέστησε αδύναμο κι ανίσχυρο, να περιμένει το «πυρ το άσβεστο» (Μάρκ. 9: 45) και το «σκότος το εξώτερο» (Ματθ. 25: 30). 
Απευθύνεται στον Υιό που είναι «η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός», «αΐδιον φως εξ αϊδίου φωτός. Ήλιος δικαιοσύνης» και Τον καθικετεύει: Συ που μας αξίωσες να φτάσουμε σ’ αυτή τη μεγάλη ήμερα της Πεντηκοστής, δέξου ακόμα μια ικεσία μας. 
Όχι για μας τους ίδιους τούτη τη φορά, μα γι’ αυτούς που έφυγαν πριν από μας. Για τους κεκοιμημένους συγγενείς μας κατά σάρκα και όλους τους «οικείους της πίστεως». Συ που και κατ’ αυτή τήν «παντέλεια» και «σωτηριώδη» εορτή μας αξίωσες να δέχεσαι «ιλασμούς ικεσίους» γι’ αυτούς που βρίσκονται στον Αδη, δίνοντας μας μεγάλες ελπίδες, άκουσε τη φωνή μας που αξιοσυμπάθητα Σου απευθύνουμε: 
«Ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου των προκεκοιμημένων», εκεί που υπάρχει, το φως κ’ η δροσιά κ’ η αναψυχή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός. 
Ανάπαυσε τα πνεύματά τους με τους δικαίους, γιατί αυτοί που βρίσκονται στον Άδη δεν μπορούν να Σου ζητήσουν συγγνώμη, αλλά μονάχα εμείς που ζούμε Σε ευλογούμε και Σε ικετεύουμε και τις εξιλαστήριες ευχές και ιερουργίες Σου προσφέρουμε για τις ψυχές τους!
Κι επισυνάπτεται σ’ αυτή και δεύτερη Ευχή υπέρ των τεθνεώτων, των νεκρών, απευθυνόμενη σ’ Αυτόν που είναι «της αναστάσεως ημών Αρχηγός και των βεβιωμένων (όσων πράξαμε) αδέκαστος και φιλάνθρωπος Κριτής και της μισθαποδοσίας Δεσπότης και Κύριος», ικετεύοντας Τον: 
«Ανάπαυσον πάντας, τους πατέρας εκάστου και μητέρας και αδελφούς και αδελφάς και τέκνα, και ει τι άλλον ομογενές και ομόφυλον, και πάσας τας προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου, και κατάταξον τα πνεύματα αυτών και τα ονόματα εν βίβλω ζωής», στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στη Χώρα των Ζώντων, στη Βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο. 
Και ανάστησε και τα σώματα όλων μας κατά την αγία ήμερα της επαγγελίας Σου. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει θάνατος για τους δούλους του Θεού, μα φεύγουν απ’ το σώμα κι έρχονται σε Σένα, τον Κύριο. Φεύγουν από τα λυπηρά κι έρχονται «στα καλύτερα και τα πιο ευχάριστα», σε Σένα, που είσαι η ανάπαυση και η χαρά!
Ζητά γι’ άλλη μια φορά συγχώρηση αμαρτημάτων για όλους, ζώντες και κεκοιμημένους, από τον μόνο Αναμάρτητο: «Δος μας συγγνώμη, άφεση και συγχώρηση για τα παραπτώματά μας, τα θεληματικά και τα αθέλητα, αυτά που κάναμε ξέροντας πως είναι κρίματα, και αυτά που κάναμε έχοντας άγνοια, τα φανερά, τα κρυφά, όσα διαπράξαμε με έργα, με το λογισμό μας και με λόγια, κάθε συναναστροφή και σε κάθε κίνησή μας… » και καταλήγει: «Και στους μεν αποβιώσαντες δώρισε ελευθερία και άνεση δώρισε, και εμάς που είμαστε εδώ ευλόγησε, χαρίζοντας μας το τέλος της ζωής μας καλό και ειρηνικό».
Λέει κάποιος Άγιος πως τίποτε δεν συγκινεί τόσο το Θεό, όσο η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων. Επειδή «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια», οι προαπελθόντες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Έτσι, μοναδική φωνή γι’ αυτούς είναι η φωνή μας! Μοναδική ικεσία τους η δική μας ικεσία! Μοναδική προσευχή τους η προσευχή μας! 
Για το λόγο αυτό, αυτή η τρίτη Ευχή της Γονυκλισίας έχει ξεχωριστή βαρύτητα και σημασία! Είναι προσευχή αγάπης και ελεημοσύνης και φιλαδελφίας και ευγνωμοσύνης, για πρόσωπα που βρίσκονται πια στα χέρια του Θεού!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα…»
Τί να προσθέσει κανείς στην τριπλή αυτή γονυκλινή ευχή της Εκκλησίας; Τί επί πλέον να ζητήσει από το Θεό; Μονάχα έναν ύμνο εκκλησιαστικό που είναι ιερή υπόσχεση με την ευκαιρία της Πεντηκοστής, ύμνο του Εσπερινού της παραμονής, διαλέγω σαν επίλογο καί επιστέγασμα των ταπεινών τούτων γραμμών:
«Εν ταις αυλαίς Σου υμνήσω Σε τον Σωτήρα του κόσμου, και κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου την αήττητον δύναμιν, έν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, και εν παντί καιρώ ευλογήσω Σε, Κύριε»! 
Που θέλει να πει: «Στις εκκλησίες Σου μέσα θα Σε υμνήσω, τον Σωτήρα του κόσμου, και θα γονατίσω να προσκυνήσω την αήττητη δύναμή Σου, και βράδυ, και πρωί, και μεσημέρι, και κάθε ώρα και στιγμή θα Σε ευλογήσω, Κύριε».

(Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ, «Οσμή ζωής», εκδ. Άθως)
https://inpantanassis.blogspot.com/