Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2021

Ποιά ἡ σημασία τῆς Κυριακῆς γιά τόν Χριστιανό;



Στοὺς Ἑβραίους ἐδόθη ἡ ἀπαγόρευση τῆς ἐργασίας κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Θεὸς θέλησε νὰ περιορίσει τὴν ἀναισθησία καὶ τὴ φιλοσαρκία τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ τὴ ροπή του πρὸς τὴν ὕλη. Ἡ φύλαξη λοιπὸν τοῦ Σαββάτου ἀναφερόταν στοὺς ἀδύνατους πνευματικὰ Ἰσραηλίτες. Κίνητρο γιὰ τὴν τήρηση αὐτῆς τῆς ἐντολῆς ἦταν ὁ φόβος τῆς τιμωρίας.
Ὅμως ἡ σχέση αὐτὴ τοῦ φόβου καταργήθηκε μὲ τὴν υἱοθεσία «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Ὁ χριστιανὸς δὲν εἶναι πλέον δοῦλος, ἀλλὰ υἱὸς (Ἰω. α’ 12. Ρωμ. η’ 15-17. Γαλ. δ’ 4-7). Δὲν βρίσκεται πλέον κάτω ἀπὸ τὸν νόμο, ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὴ χάρη (Ρωμ. στ’ 14). Μὲ βάση τὴ νέα σχέση τῆς υἱοθεσίας καλεῖται νὰ στρέψει ὅλη τὴν ἐπιθυμία του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐκτελεῖ διαρκῶς τὸ θέλημά Του ὄχι πλέον ἀπὸ φόβο, ἀλλὰ ἀπὸ ἀγάπη. Ὄχι μία ἡμέρα τὴν ἑβδομάδα, ἀλλὰ σὲ ὅλη του τὴ ζωή.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Κυριακὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀντικατάσταση τοῦ Σαββάτου ἀπὸ μέρους τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἡ ἡμέρα τῆς νέας δημιουργίας, ἡ γενέθλιος ἡμέρα τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἡ Κυριακὴ συμβολίζει τὴν αἰώνια ἀνάπαυση τῶν πιστῶν. Κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ ὁ Κύριός μας εἰσήγαγε στὴ δική Του κληρονομιά, στὴν ὁποία ὁ ἴδιος εἰσῆλθε σὰν πρόδρομος (Ἑβρ. στ’ 20). Αὐτὴ τὴν ἡμέρα ἄνοιξαν οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ.

Βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸν ἑβδομαδιαῖο κύκλο τῶν Ἰουδαίων καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ὀγδόη ἡμέρα (πρβλ. Ταλμ. στ’ 1). «Ὥστε καὶ ἂν εἰπῆς “ἡμέραν” καὶ ἂν εἰπῆς “αἰῶνα” τὴν αὐτὴν ἔννοιαν ἐκφράζεις… Θέλοντας λοιπὸν νὰ ἑλκύση τὸν νοῦν πρὸς τὴν μέλλονταν ζωήν, ὠνόμασε, “μίαν” τὴν εἰκόνα τοῦ αἰῶνος τὴν ἀπαρχὴν τῶν ἡμερῶν, τὴν συνομήλικον τοῦ φωτός, τὴν ἁγίαν Κυριακήν, αὐτὴ ποὺ ἐτιμήθη μὲ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου» (Μ. Βασίλειος).
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὀνομάζει τὴν Κυριακὴ «γενέθλιον ἡμέραν τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Διότι εἴμεθα χαμένοι καὶ εὑρέθημεν νεκροὶ καὶ ξαναζήσαμεν ἐχθροὶ καὶ συνεφιλιώθημεν. Διὰ τοῦτο ἁρμόζει νὰ ἀποδίδωμεν εἰς αὐτὴν πνευματικὴ τιμήν…». «Κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν κατελύθη ὁ θάνατος, ἐσβέσθη ἡ κατάρα, ἐξηφανίσθη ἡ ἁμαρτία, ἔσπασαν αἱ πύλαι τοῦ Ἅδου, καὶ ἔγινε αἰχμάλωτος ὁ διάβολος καὶ κατελύθη ὁ διαρκὴς πόλεμος καὶ ἔγινεν ἡ συμφιλίωσις τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους…». Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν ἀποστόλων καὶ στοὺς μεταποστολικοὺς χρόνους οἱ χριστιανοὶ τελοῦσαν τὶς συνάξεις τους γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ κατὰ τὴν Κυριακή.
Κάθε φορὰ ποὺ οἱ χριστιανοὶ θὰ συναχθοῦν νὰ τελέσουν τὴ θεία εὐχαριστία ἐπαναλαμβάνεται τὸ γεγονὸς τῆς ἀνάστασης καὶ τῆς Πεντηκοστῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ στὸ τέλος τῆς λειτουργίας ψάλλουμε: «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον…».
Αὐτὸ τὸ φῶς καὶ τὸ Θεῖο Πνεῦμα ἕνωσε καὶ πάλι τοὺς πιστοὺς στὸ ἕνα Σῶμα. Μ’ αὐτὴ τὴν ἐσωτερικὴ ἑνότητα καὶ εἰρήνη καλοῦνται πλέον νὰ ἐπιστρέψουν στὸν κόσμο καὶ νὰ βιώσουν αὐτὴ τὴν εἰρήνη ὁλόκληρη τὴν ἑβδομάδα. «Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν!», λέγει ὁ ἱερέας κατὰ τὸ τέλος τῆς θείας λειτουργίας. Καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει πάντοτε ὁ κίνδυνος τῆς πτώσης ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐν Χριστῷ εἰρήνη καὶ ἑνότητα, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστρέφουν οἱ πιστοὶ στὸ λειτουργικὸ χῶρο καὶ νὰ βιώνουν καὶ πάλι αὐτὴ τὴν εἰρήνη τῆς θείας εὐχαριστίας καὶ τοῦ «εἷς ἐν Χριστῷ».
Κλείνοντας παρατηροῦμε πὼς τὸ λειτουργικὸ ἔτος δὲν εἶναι ἁπλὸ μέτρο ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου, ἀλλὰ βίωση ὁλοκλήρου τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου καὶ προεικόνιση τῆς αἰωνιότητας, στὴν ὁποία προσβλέπει κάθε χριστιανός. Ὁ λειτουργικὸς χρόνος κινεῖται στὸ αἰώνιο παρὸν δὲν ὑπάρχει διαχωρισμὸς ἀνάμεσα στὸ παρελθόν, στὸ παρὸν καὶ στὸ μέλλον. Εἶναι ὁ νέος χρόνος τῆς μεταμόρφωσης καὶ τῆς ἀφθαρσίας, λουσμένος μὲ τὸ ἀνέσπερο φῶς τῆς ὀγδόης ἡμέρας.
Στὸ λειτουργικὸ χῶρο καὶ χρόνο τὰ πάντα ἀνακεφαλαιώνονται «ἐν Χριστῷ». Ἡ ἀνθρωπότητα ξαναβρίσκει τὴν ἑνότητα τῆς μιᾶς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ἀσκεῖ τὴν βασιλικὴ καὶ Ἱερατική της διακονία μέσα στὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία φέρει καὶ πάλι σὲ δοξολογικὴ σχέση μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό.
Στὸ λειτουργικὸ χρόνο δὲν ἐνθυμούμεθα ἁπλῶς, οὔτε ἀναγόμεθα στὰ γεγονότα τῆς Θείας οἰκονομίας, ἀλλὰ ζοῦμε μυστικὰ τὰ γεγονότα αὐτὰ καὶ συμμετέχουμε μυστηριακὰ στὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ πάντων τῶν ἁγίων γινόμαστε μέτοχοι τῆς κληρονομιᾶς τοῦ Χριστοῦ καὶ κοινωνοὶ τῆς ἁγιότητάς Του. Στὸ λειτουργικὸ χρόνο δὲν ἑορτάζουμε ἁπλῶς τὶς ἱερὲς μνῆμες τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ γινόμαστε κοινωνοὶ τῆς σωτηρίας, ποὺ εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, παροῦσα διὰ μέσου τῶν αἰώνων.
Ὁ ἑορταστικὸς κύκλος τῶν Χριστουγέννων προβάλλει τὴν εἴσοδο τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο τῆς πτώσης. Δὲν εἶναι κίνηση ἀπὸ τὰ κάτω πρὸς τὰ πάνω, ἀλλὰ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο• συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἀνόρθωση τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ «παιδίον» τὸ ὁποῖο «ἐγεννήθη ἡμῖν καὶ ἐδόθη ἡμῖν» εἶναι ὁ ὑπερούσιος καὶ ἀπρόσιτος Θεός, ποὺ γίνεται ὁρατὸς καὶ προσιτὸς στὸν πεσμένο ἄνθρωπο. Μὲ τὴν πράξη αὐτὴ ὁ Θεὸς ἀποδέχεται τὴ δημιουργία Του καὶ τὴν ὁδηγεῖ ἀπὸ τὴν πτώση στὴν ἀνόρθωση, ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωή, ἀπὸ τὴ φθορὰ στὴν ἀφθαρσία. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁλόκληρη ἡ κτίση συνεορτάζει αὐτὸ τὸ γεγονός.
Ὁ ἑορταστικὸς κύκλος τοῦ Πάσχα ὁδηγεῖ τὸν πιστὸ μέσα ἀπὸ μακρὰ προετοιμασία μετανοίας καὶ ἄσκησης, ποὺ κορυφώνεται κατὰ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, στὴ νύχτα τῆς ἀνάστασης, στὴν ἀπαρχὴ τῆς «ἄλλης βιωτῆς», ὅπου ἑορτάζουμε τὴ νέκρωση τοῦ θανάτου καὶ τὴν καθαίρεση τοῦ ἅδου.
Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ προσελήφθη ἀπὸ τὴν Θεότητα, ἐνίκησε τὸν θάνατο καὶ ἀνέστη σὲ ζωὴ ἀφθαρσίας καὶ ἀθανασίας, ἀνελήφθη ἔνδοξα μέχρι τὸ ὕψος τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ Πατρός. Μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ «ξένο θέαμα», μένουν ἄφωνοι οἱ χοροὶ τῶν ἀγγέλων καὶ ὁλόκληρη ἡ κτίση περιβάλλει μὲ σιωπὴ τὸ μυστήριο. Αὐτὴ ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν κοινωνία τῆς δόξας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὁλοκληρώθηκε μὲ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Παρακλήτου στὸν κόσμο καὶ μὲ τὴν ἀκύρωση τῶν συνεπειῶν τῆς πτώσης, ποὺ ἦταν ἡ σύγχυση στὴ Βαβέλ.
Αὐτὴ τὴν βαθιὰ ἑνότητα βιώνει κάθε χριστιανὸς στὸν λειτουργικὸ χῶρο σὲ κάθε εὐχαριστιακὴ σύναξη καὶ ἰδιαίτερα κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς. Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ τὴν ἀντικατάσταση τῆς ἡμέρας τοῦ Σαββάτου. Ὁ Χριστιανὸς δὲν βρίσκεται πλέον στὴν κατάσταση τοῦ δούλου, ἀλλὰ τοῦ υἱοῦ. Δὲν βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸ νόμο, ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὴ χάρη καὶ προσφέρει ὁλόκληρο τὸ χρόνο του στὸν Θεὸ. Ὄχι μία μόνο ἡμέρα. «Ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῶ παραθώμεθα»!
Ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς νέας δημιουργίας, ἡ γενέθλιος ἡμέρα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ποὺ εἰσάγει τοὺς πιστοὺς στὴν αἰώνια ἀνάπαυση. Αὐτὸ θὰ ἐπαναλαμβάνεται μέχρι νὰ γίνει πραγματικότητα ἡ δευτέρα ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Τότε ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁλόκληρη ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ θὰ ἀποκτήσει τὴν ἐμπειρία μιᾶς διαρκοῦς θείας λειτουργίας, μέσα στὴ διαρκῆ δόξα τῆς ἀνάστασης καὶ τῆς Πεντηκοστῆς (πρβλ. Ἀποκ. κα’ 22-25. Ἡσ. Ξ’ 1-22).

Ἀλεβιζόπουλος Ἀντώνιος (Πρεσβύτερος (+))
http://inpantanassis.blogspot.com/

Προφήτης Ζαχαρίας και η σύζυγος του Ελισάβετ



Ο Ζαχαρίας, πατέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή, έζησε στα χρόνια του Ηρώδη, βασιλιά της Ιουδαίας. Κατά τη γνώμη του Χρυσοστόμου, καθώς και άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, ο Ζαχαρίας δεν ήταν απλός Ιερέας, αλλά αρχιερέας που έμπαινε στα άγια των αγίων. Σύζυγο είχε την Ελισάβετ και δεν είχαν παιδί.
Κάποια μέρα λοιπόν, την ώρα του θυμιάματος μέσα στο θυσιαστήριο, είδε άγγελο Κυρίου που του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο και θα ονομαζόταν Ιωάννης. Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά, αλλά δυσπίστησε. Η γυναίκα του ήταν στείρα και γριά, πώς θα γινόταν αυτό που άκουγε; Τότε ο άγγελος του είπε ότι θα μείνει κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού.
Πράγματι, η Ελισάβετ συνέλαβε και έκανε γιο. Όταν θέλησαν να δώσουν όνομα στο παιδί, ο Ζαχαρίας έγραψε πάνω σε πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως δε λύθηκε η γλώσσα του και όλοι μαζί δόξασαν το Θεό.
Βέβαια, η χάρη αυτή έγινε από το Θεό στο Ζαχαρία, διότι της ήταν «δίκαιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενος ἐν πάσαις ταὶς ἐντολαὶς καὶ δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτος» (Λουκά, α' 6.). Ήταν, δηλαδή, δίκαιος μπροστά στο Θεό και ζούσε σύμφωνα με της της εντολές και τα παραγγέλματα του Κυρίου, άμεμπτος από κάθε σοβαρή ενοχή.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ: «Μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καί πάντα ἀποδώσω σοι» (Ματθ. 18.29).



Μιά εἰκόνα ἀπό τό μέλλον μᾶς παρουσιάζει ὁ Χριστός στή σημερι­νή εὐαγγελική περικοπή, μιά εἰκό­να τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, μία εἰκόνα τῆς μελλούσης κρίσεως.
Καί τό κάνει γιά νά μᾶς προετοιμάσει, τό κάνει γιά νά μή βρεθεῖ κανείς ἐκείνη τή φοβερή ἡμέρα καί πεῖ ὅτι δέν ἤξερα τί θά συνέβαινε, δέν ἤξερα τί ἀπαιτήσεις θά εἶχε ὁ Θεός ἀπό ἐμένα καί γι’ αὐτό δέν μπό­ρεσα νά προετοιμαστῶ κατάλ­λη­λα καί νά ἀνταποκριθῶ σέ αὐτές. Τό κάνει κινούμενος ἀπό με­γάλη ἀγάπη πρός ὅλους μας, ἀλλά καί θέλοντας νά μᾶς δείξει πώς ὁ δρό­μος τῆς σωτηρίας μας περνᾶ μέσα ἀπό τήν ἀγάπη μας γιά τόν ἀδελφό μας καί ὁ δρόμος τῆς συγχωρήσεως τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν περνᾶ μέ­σα ἀπό τή διάθεση συγχωρήσεως τοῦ ἀδελφοῦ μας.
Γι’ αὐτό καί ἡ εἰκόνα τῆς μελλού­σης κρίσεως πού μᾶς παρουσιάζει εἶ­ναι ἡ εἰκόνα ἑνός βασι­λέως πού θέλησε νά ζητήσει λόγο ἀπό τούς δούλους του γιά τό τί ἔκα­ναν ὅσο διάστημα τούς εἶχε ἀφήσει νά ἐργάζονται χωρίς νά τούς ἐλέγ­χει.
Καί ποιό ἦταν τό ἀποτέλεσμα; Ὁδήγησαν ἐνώπιόν του ἕναν ἄνθρωπο πού ἦταν ὀφειλέτης μυρί­ων ταλάντων. Δέκα χιλιάδες τάλα­ντα, δέκα χιλιάδες νομίσματα ὄφει­λε, λέγει ὁ Χριστός, ὁ δοῦλος στόν βασιλέα. Ὑπέρογκο ποσό ἀσφαλῶς, ἀδελφοί μου, ἀλλά ἄς μήν ἐκπλησ­σόμεθα, γιατί στή θέση τοῦ χρεώ­στου δούλου βρίσκεται ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς. Τά μύρια τάλαντα πού ὄφειλε ὁ δοῦλος συμβολίζουν τίς ἀμέ­τρητες καί ἀναρίθμητες δωρεές τοῦ Θεοῦ στόν καθένα μας.
Ἄν ἀναλογισθοῦμε πόσες ἡμέρες ζωῆς μᾶς ἔχει χαρίσει καί μέ πόσα ἀγαθά, τά ὁποῖα τίς περισσότερες φορές οὔτε κἄν συνειδητοποιοῦμε, τίς ἔχει πλουτί­σει, τότε θά κατανοήσουμε πόσο ὅ­μοια εἶναι ἡ δική μας θέση μέ τή θέση τοῦ ὀφειλέτη δούλου.
Ὁ Χριστός ὅμως δέν θέλει ἁπλῶς νά μᾶς ὑπενθυμίσει πόσα ὀφεί­λουμε στόν Θεό, γιατί ὁ Θεός δέν θέλει στήν παραγματικότητα αὐτά πού μᾶς χάρισε πίσω, καθώς δέν τά ἔχει ἀνάγκη, ὅπως δέν εἶχε ἀνά­γκη καί ὁ βασιλεύς τῆς εὐαγγελικῆς πε­ρικοπῆς τά μύρια τάλαντα. Γι’ αὐτό καί παρότι φαίνεται ἀρχικά νά ἀποφασίζει τήν καταδίκη τοῦ ὀφειλέτου, προκειμένου νά πάρει πίσω τά χρήματα πού τοῦ χρωστά, ὑπο­χω­ρεῖ τελικά στίς παρακλήσεις καί τίς διαβεβαιώσεις τοῦ δούλου του πού τόν ἱκετεύει λέγοντας: «μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί καί πάντα σοι ἀποδώσω». Περίμενε καί θά σοῦ τά ἐπιστρέψω.
Ὁ βασιλέας ὄχι μόνο μακροθυμεῖ, ὄχι μόνο τόν ἀπαλλάσσει ἀπό τήν κα­ταδίκη, προκειμένου νά τοῦ ἐξο­φλή­σει, ὅποτε ἔχει τή δυνατότητα τό χρέος, ἀλλά τό διαγράφει ὁριστι­κά καί τόν ἀπαλλάσσει ἀπό κάθε ὀφειλή, ἀποδεικνύοντας ἔμπρακτα τή βασιλική του γενναιοδωρία καί μεγαλοψυχία.
῾Η στάση αὐτή τοῦ βασιλέως ἔρ­χεται ὅμως σέ ἄμεση ἀντίθεση μέ τή στά­ση τοῦ χρεώστου δούλου ἀπέ­ναντι σέ ἕνα συνάδελφό του, ὁ ὁποῖος τοῦ ὄφειλε ἕνα ἀσήμαντο ποσό. Καί ἐνῶ ἀκόμη ἠχοῦν τά λόγια τῆς συγχω­ρή­σεως καί τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ βασιλέως γιά τόν ἴδιο, αὐτός ἐκβιά­ζει καί καταδικάζει τόν σύνδουλό του, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ μεγαλο­ψυ­χία τοῦ βασιλέως πρός τό πρό­σω­πό του δέν τοῦ δίδαξε τίποτε. Γι᾽ αὐτό καί ὁ βασιλέας τόν τιμωρεῖ καί τόν καταδικάζει ὁριστικά.
Ἡ καταδίκη αὐτή τοῦ χρεώστου δούλου δέν ἀναιρεῖ, ἀσφαλῶς, τήν εὐσπλαγχνία τοῦ βασιλέως ἀλλά ἀπο­καθιστᾶ τή δικαιοσύνη καί δι­δά­σκει σέ ὅλους ἐμᾶς ποιό εἶναι τό χρέος μας ἀπέναντι στούς ἀδελ­φούς μας. Ἡ ὑπενθύμιση τῆς ὀφει­λῆς μας ἔναντι τοῦ Θεοῦ γίνεται μέ σκοπό νά μᾶς παρα­κινήσει ἀφενός νά εἴ­μαστε ἐλεήμονες καί ἀνεκτικοί ἀπέ­ναντι στούς ἀδελ­φούς μας καί ἀφετέρου νά συνειδητοποιή­σου­με πώς τίποτε ἀπό ὅσα ἔχουμε σ’ αὐ­τή τή ζωή δέν εἶναι δικό μας, δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν δικῶν μας δυνάμεων, διότι τίποτε δέν θά μπο­ρούσαμε νά κάνουμε χωρίς τά χαρί­σματα καί τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ.
Ἄς διδαχθοῦμε, λοιπόν, ἀπό αὐτή τήν παραβολή καί ἄς μάθουμε νά συγχωροῦμε τούς ἀδελφούς μας γιά νά λάβουμε καί ἐμεῖς ἔλεος καί χάρη ἀπό τόν Θεό καί ἀξιωθοῦμε τῆς οὐρανίου βασιλείας του.
 
 Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων
http://imverias.blogspot.com/

Το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής



† Κυριακῇ 5 Σεπτεμβρίου 2021 (ΙΑ' Ματθαῖου)
Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον
Κεφ. ιη' : 23-35
Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν, προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι, ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ τὰ τέκνα, καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ, λέγων· Κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου, ἀπέλυσεν αὐτὸν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. Ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὄφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· Ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ, παρεκάλει αὐτὸν, λέγων· Μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ, καὶ ἀποδώσω σοι. Ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν, ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. ᾿Ιδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα, ἐλυπήθησαν σφόδρα· καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ αὐτῶν πάντα τὰ γενόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ, λέγει αὐτῷ· Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; Καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ, παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. Οὕτω καὶ ὁ Πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν, τὰ παραπτώματα αὐτῶν.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Κορινθίους Α’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
Κεφ. θ' : 2-12
Ἀδελφοί, ἡ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ. Ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί. Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν; Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς; Ἤ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι; Τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις ποτέ; Τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; Ἤ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει; Μὴ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ; Ἤ οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει; Ἐν γὰρ τῷ Μωσέως νόμῳ γέγραπται· «Οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα». Μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; Ἤ δι᾿ ἡμᾶς πάντως λέγει; Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη, ὅτι ἐπ᾿ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ᾿ ἐλπίδι. Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν; Εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς; Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν, ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Σοφία πραγματική είναι η τήρηση των εντολών του Χριστού και η κάθαρση της ψυχής από τα πάθη της ντροπής. Σοφία είναι η όσο το δυνατόν προσκόλληση στον Θεό, η απόκτηση της δική Του σοφίας και είναι και τροφή της ψυχής και η οποία εικονίζει τη μέλλουσα ευδαιμονία, χορηγεί και την προσωρινή εδώ. Γι' αυτό και ο Χριστός που ήρθε στον κόσμο, να μας ανοίξει τον δρόμο προς εκείνη την μακάρια κατάσταση, δεν έκανε αυτό διδάσκοντάς μας γεωμετρία ή αστρονομία ή αποκαλύπτοντάς μας της φύσεως απόκρυφες δυνάμεις. 

(Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος)

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2021

«Το δε φως εκείνο δεν ήταν το φυσικό που δίνει ο ήλιος…»



(Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής)
«Είναι καλύτερα να σου ευχηθώ να το αισθανθείς μάλλον, παρά να μάθεις το πώς γίνεται σαν ξερή γνώση. όμως, αφού επιμένεις, άκουσε:
Καθόμουν εδώ στο παράθυρο μου γονατιστός, στα κουρέλια μου, κι΄ έλεγα την ευχή. Σε μια στιγμή, όπως κρατούσα το νου μου στην ενέργεια της ευχής, όπου η Θεία Χάρις ενεργεί με τον Θείο φωτισμό της, αυξήθηκε περισσότερο το φως και ο νους μου άρχισε να πλατύνεται και περισσεύει τόσο, που όλο έγιναν φωτεινά πλέον και έβλεπα όλη την πλευρά του τόπου μας. Από τα Κατουνάκια ως τα μοναστήρια κάτω…. Μέχρι την Δάφνη ! καθώς και πίσω μου και τίποτα δεν μου ήταν αφανές ή άγνωστο. Το δε φως εκείνο δεν ήταν όπως το φυσικό που δίνει ο ήλιος ή το τεχνητό που κάνουν οι άνθρωποι, αλλά ήταν φως εξαίσιο, λευκό, άυλο, που δεν είναι μόνον απ΄ έξω, καθώς τούτο το φυσικό, που επιτρέπει στους έχοντας όραση να βλέπουν εξωτερικά. Το φως εκείνο είναι και μέσα στον άνθρωπο και το αισθάνεται σαν δική του πνοή και τον γεμίζει σαν τροφή και αναπνοή και τον ελαφρύνει από το φυσικό του βάρος και τον μεταμορφώνει έτσι ώστε να μην ξέρει, αν έχει σώμα και βάρος ή περιορισμό τινά.
Τότε είδα και τον Αθανάσιο να έρχεται προς εμάς από την στράτα του Αγίου Παύλου φορτωμένος με τον μεγάλο ντορβά του και έμεινα να τον παρακολουθώ, έως ότου ήρθε μέχρις εδώ. Τον έβλεπα σ΄ όλες του τις κινήσεις, που καθόταν να ξεκουραστεί ή ακουμπούσε το φορτίο του, στην πηγή της Αγίας Άννας, στο μύλο, όπου σταμάτησε και ήπιε νερό, και μέχρι που έφθασε στη πόρτα μας και πήρε το κλειδί και άνοιξε και μπήκε μέσα και ήρθε μπροστά μου και έβαλε μετάνοια. Αλλά τί είναι αυτό και σας έκανε τόση έκπληξη ;
Όταν ο νους του ανθρώπου καθαρισθεί και φωτισθεί, εκτός του ότι έχει τον δικό του φωτισμό, χωρίς την προσθήκη της Θείας Χάριτος, βλέπει και πέραν των δαιμόνων, καθώς λέγουν οι Πατέρες, τότε δέχεται επιπροσθέτως και τον φωτισμό της Θείας Χάριτος, ώστε αυτή να μπορεί να μένει μόνιμα σ΄ αυτόν και τότε τον αρπάζει σε θεωρίες και οράσεις, όπως και όσο γνωρίζει αυτή.
Μπορεί όμως και ο ίδιος ο άνθρωπος, όταν θέλει να δει ή να μάθει κάτι που τον ενδιαφέρει, να το ζητήσει στην προσευχή του και να ενεργήσει η Χάρις να του πληρώσει το αίτημα, επειδή το ζήτησε αυτός. Νομίζω όμως ότι οι ευλαβείς αποφεύγουν να το ζητούν αυτό εκτός μεγάλης ανάγκης. Πάντως ο Κύριος “θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών επακούσεται” (Ψαλμ. 144,19)».

ΠΗΓΗ: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ, Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ (1897-1959), 2008, σ. 248 κ.ε.
https://simeiakairwn.wordpress.com/

Διδάσκουν και σκληραγωγούν



Οι πειρασμοί μας διδάσκουν την πείρα του πνευματικού πολέμου, μας σκληραγωγούν στη ζωή, μας βοηθούν να προοδεύσουμε πνευματικά. 
Επίσης μας ταπεινώνουν, μας δείχνουν την αδυναμία μας και την ανικανότητά μας, όταν είμαστε μόνοι χωρίς τη θεία βοήθεια. 
Ακόμη ενισχύουν την υπομονή, την προσευχή, τα δάκρυα, την ταπείνωση και την πίστη μας.

Γέροντας Κλεόπας Ηλίε
http://inpantanassis.blogspot.com/