Σάββατο 10 Ιουλίου 2021

Το θυμίαμα έχει ευλογία, έχει χάρη, έχει δύναμη εναντίον των δαιμόνων



Το θυμίαμα έχει ευλογία, έχει χάρη, έχει δύναμη εναντίον των δαιμόνων, θυμίαμα λοιπόν και θυμιατό, θυμιατήρι πως το λέτε… εκεί στο εικονοστάσι, πλάι στο καντήλι.
Δεν πρέπει να το παίρνει μόνο η γιαγιά, και η μαμά και ο πατέρας και το παιδί.
Κατά την ώρα της Προσευχής, πρωί και βράδυ και μεσημέρι όταν υπάρχει ένταση στο σπίτι. Και το σπίτι αλλάζει ατμόσφαιρα, αλλάζει χρώμα, γίνεται ευωδιαστό, σοβαρό, γαλήνιο, αγαπητό, οι ψυχές ξανά αδελφωμένες.
Ενθυμούμαι κάποιο παιδί, παιδάκι 14 χρονών ήταν, 15 ήταν, αυτή ήταν ακριβώς η ηλικία του, όταν έβλεπε τους γονείς του να τσακώνονται πήγαινε αμέσως και άναβε θυμίαμα και τους θυμιάτιζε. Θυμιάτιζε το μπαμπά και τη μαμά!
-Ειρηνεύετε, τους έλεγε. Εγώ είμαι παιδί, τι παραδείγματα θα πάρω από σας.
Ειρηνεύετε σεις οι γονείς. Η παρουσία λοιπόν του Αγίου Θεού, η Σκέπη της Παναγίας μας και το απαλό φτερούγισμα των αγγέλων με το θυμίαμα μέσα στο σπίτι, είναι φανερό φυγαδεύονται οι παρεξηγήσεις και οι ταραχές.
Δεν έχουν τόπο σ αυτό το σπίτι οι πειρασμοί και οι δαίμονες. Λοιπόν, μην παραλείπετε να θυμιατίζετε το σπίτι σας και το μαγαζί σας και τη δουλειά σας αν είναι δυνατόν, και θα κλείσω με το ” Θυμιάζετε, θυμιάζετε, θυμιάζετε”.
Θυμιατίζοντας να ψέλνουμε τροπάρια, όσα θυμόμαστε, ή να λέμε την Ευχή και όταν μας θυμιατίζουν να σκύβουμε το κεφάλι και να κάνουμε το σημείο του Σταυρού.
Το θυμίαμα, το σπίτι το μεταβάλλει σε κάτ’ οίκον εκκλησία.
Και επαναλαμβάνω ότι διώχνει τα δαιμόνια και τους πειρασμούς.
Γεμίζουν οι ψυχές όλων των οικείων από Θεία Ευλογία.

https://www.askitikon.eu/

Τί καλά έργα έχεις κάνει στη ζωή σου παιδί μου;



Στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού έλαβε χώρα το εξής γεγονός: Σε ένα νοσοκομείο που νοσηλεύονταν αφροδισιακά περιστατικά, υπήρχε και μία ασθενής, που ήθελε να Βαπτιστεί, αλλά ντρεπόταν, διότι οι άλλες άρρωστες την κοροϊδεύανε και την λέγανε:

– Δεν ντρέπεσαι εσύ που έκανες τόσες αμαρτίες και τόσες βρωμιές, να προσέλθεις να Βαπτιστείς; Το Βάπτισμα είναι για τους καθαρούς, για τους Αγίους ανθρώπους, δεν είναι για σένα…

Μια μέρα όμως, εμφανίζεται στο δωμάτιό της ένας ψηλός ευπαρουσίαστος κύριος και της λέει:

– Έμαθα ότι θέλεις να Βαπτιστείς, αληθεύει;

Και αυτή του απάντησε:

– Ναι πράγματι, αληθεύει, αλλά εγώ με τις τόσες πολλές αμαρτίες που έχω, δεν είμαι άξια να Βαπτιστώ. Έχουν δίκαιο οι γυναίκες που με κατηγορούν, για τα τόσα κακά που προξένησα στον κόσμο. Δεν είμαι άξια, να γίνω οπαδός του Χριστού!

– Ανεξάρτητα από αυτά που έχεις κάνει μέχρι σήμερα και εφόσον θέλεις να Βαπτιστείς, θα έρθω το βράδυ με έναν ιερέα και μια κολυμβήθρα, για να Βαπτιστείς. Να με περιμένεις…

Αυτή τον ευχαρίστησε, αλλά και απόρησε από αυτήν την ανέλπιστη εξέλιξη. Το βράδυ χτυπάει η πόρτα του δωματίου της, ανοίγει και μπαίνουν μέσα ο ιερέας με τον κύριο, να κρατάνε μια κολυμβήθρα.

Εφόσον έγιναν τα απαραίτητα διαδικαστικά για το Μυστήριο, άρχισε το τελετουργικό και όταν έφτασαν στο σημείο ο ιερέας να πει:

– Και το όνομα αυτής….

– Μαρία απάντησε ο κύριος.

Και το όνομα του αναδόχου; ρώτησε ο ιερέας:

– Αρχάγγελος Μιχαήλ! ακούστηκε από το νέο και έγινε αμέσως άφαντος… Κόκκαλο ο παππάς!!!! Όταν τελείωσαν το Βάπτισμα, ο ιερέας δεν έφευγε.

Ήθελε να μάθει, τι ακριβώς έγινε και εμφανίστηκε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ως νονός. Άρχισε να την ρωτάει τα πάντα για τη ζωή της:

– Τί καλά έργα έχεις κάνει στη ζωή σου παιδί μου;

– Μόνο κακά έργα έχω κάνει, απάντησε εκείνη. Νέους διέφθειρα, οικογένειες διέλυσα, χρήματα έκλεψα και γενικά ό,τι κακό υπάρχει, το έχω διαπράξει…

– Δεν μπορεί, για σκέψου, κάτι καλό πρέπει να έχεις κάνει στη ζωή σου, επέμενε ο παππάς.

Από εδώ, από εκεί, σκέφτηκε αυτή και ξανασκέφτηκε και στο τέλος θυμήθηκε το εξής περιστατικό από την ζωή της:

– Όταν πέθανε ο πατέρας μου, με άφησε προίκα 100 νομίσματα. Μια μέρα καθώς περπατούσα στο περιβόλι, είδε στην άκρη του τοίχου ενός σπιτιού, έναν άνθρωπο, να έχει κρεμάσει ένα σχοινί γύρω από το λαιμό του και ετοιμαζόταν να κρεμαστεί στο δέντρο.

Τότε αμέσως τον πλησίασε και τον ρώτησα, γιατί το κάνει αυτό. Αυτός δεν δεχόταν διάλογο μαζί μου, αλλά βλέποντας την επιμονή μου, με αποκάλυψε, ότι επειδή χρωστούσε 80 νομίσματα και δεν τα είχε χρήματα, τον πουλούσαν αυτόν και όλη την οικογένειά του.

Έτσι απελπίστηκε και θέλησε να βάλει τέρμα στη ζωή του. Προθυμοποιήθηκα να τον βοηθήσω και έτσι ξεχρέωσε και σώθηκε αυτός και η οικογένειά του.

Αργότερα όμως λόγω της φτώχειας στην οποία υπέπεσα, αναγκάστηκα και έγινε πόρνη… Έτσι είναι!

Όταν ο άνθρωπος θέτει τον εαυτόν στην υπηρεσία του άλλου, με σκοπό να τον βοηθήσει και να τον ελεήσει, τότε όχι μόνο ο Χριστός, αλλά και όλες οι ουράνιες δυνάμεις είναι στη διάθεση αυτού του ανθρώπου, να τον βοηθήσουν και να του συμπαρασταθούν στις ανάγκες του…

+ Δημήτριος Παναγόπουλος Ιεροκήρυκας
https://www.askitikon.eu/

Μην κατακρίνουμε τον αμαρτωλό γιατί αυτός σήμερα εγώ αύριο



Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος ζητά, όχι μόνο να μην κατακρίνουμε τους άλλους αλλά και να σκεπάζουμε τα αμαρτήματα αυτών.
«Γίνε κοινωνός στα παθήματα όλων, αλλά στάσου με το σώμα σου μακριά από όλους. Κανένα να μη ελέγχεις και κανένα να μη κατηγορείς για τη συμπεριφορά του, ούτε και τον πιο κακό.
Άπλωσε τον χιτώνα σου πάνω σ’ αυτόν που έφταιξε, και σκέπασε τον. Κι ΑΝ δεν μπορείς να φορτωθείς επάνω σου το φταίξιμό του και να δεχτείς για λόγου του την τιμωρία και την ντροπή, τουλάχιστον δείξε υπομονή και μη τον περιφρονήσεις».
«Σκέπασε αυτόν που φταίει, όταν βέβαια δεν πρόκειται να σε ζημιώσει. Με τον τρόπο αυτό του δίνεις θάρρος, αλλά και συ κρατάς το έλεος του Θεού».
Πολλές φορές βλέπουμε ένα αμάρτημα και εύκολα το κατακρίνουμε αλλά η θέση διαφόρων ασκητών είναι διαφορετική και φερόντουσαν με αγάπη.
«Κάποιοι από τους πατέρες ρώτησαν τον αββά Ποιμένα: αν δούμε ένα αδελφό να αμαρτάνει, θέλεις να του κάνουμε παρατηρήσεις; και ο γέροντας απάντησε:
Εγώ μέχρι τώρα, αν κάποιος λόγος με αναγκάζει να περάσω από κείνο το μέρος και δω τον αδελφό να αμαρτάνει, τον προσπερνώ και δεν τον ελέγχω».
Το γεροντικό αναφέρει ότι: «Ένας από τους πατέρες, βλέποντας κάποιον να αμαρτάνει, έκλαψε πικρά και είπε: Αυτός σήμερα, εγώ αύριο».

https://www.askitikon.eu/

ΝΑ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ... ΣΤΑΘΜΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!



Οι άγιοι αββάδες του Γεροντικού επιμένουν σταθερά: «από τον πλησίον εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Αν κερδίσουμε τον αδελφό, τον Θεό κερδίζουμε». Γιατί η σχέση με τον Θεό εξαρτάται από τη σχέση με τον συνάνθρωπο; Οι αββάδες δεν λένε πράγματα του μυαλού τους. Διατυπώνουν με τον δικό τους τρόπο ό,τι είναι ο λόγος του Θεού κι ό,τι ο Κύριος μάς άφησε ως εντολή και διδασκαλία Του, την οποία όμως εκείνοι φρόντισαν και έκαναν πράξη στη ζωή τους κι επιβεβαίωσαν έτσι εμπειρικά την αλήθεια της. Ο Χριστός μάς είπε να μένουμε σταθεροί στη δική Του αγάπη, που θα πει να ’μαστε στον «χώρο» που θα δεχόμαστε την αγάπη Του αυτή, και μαζί βεβαίως την αγάπη του Θεού Πατέρα κι όλης της αγίας Τριάδος. Και ποιος είναι αυτός ο «χώρος»-σημείο συντονισμού και επαφής μαζί Του; Ο άλλος, ο συνάνθρωπος. «Μείνατε εν τη αγάπη τη εμή. Εάν τας εντολάς μου τηρήσητε, (δηλαδή το αγαπάτε αλλήλους), μενείτε εν τη αγάπη μου». Οπότε την ώρα που «εκτεινόμαστε» εν αγάπη εκεί που είναι ο συνάνθρωπός μας, εκείνη την ώρα είμαστε σε αναζήτηση του Θεού, καλύτερα: βρίσκουμε τον Θεό μέσα μας. Σαν την αναζήτηση ενός σταθμού στο ραδιόφωνο: για να βρούμε τον σταθμό πρέπει να συντονιστούμε με το σημείο εκπομπής του. Το σημείο που εκπέμπει ο Θεός τη χάρη και την παρουσία Του είναι πρωτίστως ο συνάνθρωπός μας. Πλησιάζοντας τον άλλον λοιπόν πλησιάζουμε τον Θεό. «Κερδίζοντας τον αδελφό τον Θεό κερδίζω. Από τον πλησίον εξαρτάται η ζωή και ο θάνατός μου».

http://pgdorbas.blogspot.com/

Όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος οι εν Γορτύνη της Νήσου Κρήτης



Οι Όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος κατάγονταν από τα Πιτσίδια Πυργιωτίσσης και ήταν τέκνα της ευλογημένης συζυγίας του Χαρίτωνος και της Μαρίας Χαριτάκη. Από τη μικρή τους ηλικία αποκαλύφθηκε η μοναχική τους κλίση με διάφορα θαυμαστά γεγονότα που βίωσαν.
Ο Παρθένιος γεννήθηκε το 1829 μ.Χ. και έλαβε το κοσμικό όνομα Νικόλαος, ενώ μερικά χρόνια αργότερα, το 1846 μ.Χ. γεννήθηκε και ο Ευμένιος, κατά κόσμον Εμμανουήλ. Ο Νικόλαος αγαπούσε την ησυχία από μικρός και αποστρεφόταν τα παιχνίδια, ενώ τηρούσε όλες τις καθορισμένες από την Εκκλησία, ημέρες νηστείας. Δεν εντρύφησε στα γράμματα σε αντίθεση με τον μικρό αδελφό του, ο οποίος διδάχθηκε από κάποιον δάσκαλο του χωριού του.
Το 1856 μ.Χ. έφυγε από τη ζωή ο πατέρας τους και τότε άρχιζαν να ετοιμάζονται για να αναχωρήσουν και εκείνοι να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο. Μέχρι την αναχώρησή τους μεσολάβησαν αρκετά θαύματα• άλλωστε από τη μικρή του ηλικία ο μικρός Νικόλαος, είχε γευθεί την παρουσία και τη χάρη του Κυρίου πολύ έντονα στη ζωή του. Το πρώτο θαύμα συνέβη όταν μικρό παιδί, έπεσε σε ένα βαθύ πηγάδι. Έτρεξαν τότε οι κάτοικοι να τον βγάλουν από εκεί πιστεύοντας ότι θα βγάλουν το παιδί νεκρό. Ο Νικόλας όμως δεν είχε πάθει απολύτως τίποτα και όλοι θαύμασαν το γεγονός.
Το δεύτερο θαύμα ήταν η πληροφορία που έλαβε από το Θεό ότι το καράβι που επρόκειτο να ταξιδέψει θα βυθιζόταν. Ο ανάδοχός του ήθελε να πάρει μαζί τον Νικόλαο για να τον κάνει ναυτικό. Ο Νικόλας όμως επιθυμούσε τον μονήρη βίο και γι' αυτό βρήκε μία δικαιολογία για να μην ταξιδέψει και εξαφανίστηκε. Το τρίτο και καθοριστικό θαύμα που ώθησε την μητέρα τους να δώσει την ευχή της για να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο ήταν το εξής: Η μητέρα έδωσε εντολή να ανάψουν το φούρνο για να ψήσει τα ψωμιά. Ο Νικόλαος δεν τον άναψε και στο παράπονο της μητέρας του απάντησε: « Για να δεις μάνα πως εμάς τα δυό παιδιά σου ο Θεός θέλει να γίνουμε μοναχοί, να βάλεις τα ψωμιά στο φούρνο χωρίς να τον ανάψουμε, χωρίς φωτιά». Πραγματικά έτσι έγινε και Ώ! του θαύματος τα ψωμιά ψήθηκαν, η μητέρα θαύμασε Δόξασε το Θεό που κατέστησε τα δυό τέκνα της σκεύος εκλογής της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.
Ξεκινούν λοιπόν το 1858 μ.Χ. για την Οδηγήτρια, όπου μετά από τέσσερα χρόνια δοκιμασίας ο Νικόλαος κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνομα Νέστωρ, στις 27 Αυγούστου 1862 μ.Χ. Έπειτα από 7 χρόνια δοκιμασίας, το 1865 μ.Χ. γίνεται μοναχός και ο Εμμανουήλ, λαμβάνοντας το όνομα Μεθόδιος.
Ο Νέστωρ ασκούσε τελεία υπακοή μέσα στο μοναστήρι, λειτουργώντας ως παράδειγμα για τον μικρό αδελφό του Μεθόδιο. Εστάλη αργότερα από τον ηγούμενο της μονής, στον σπηλαιώδη Ναό του Μαρτσάλου. Εκεί ασχολήθηκε με τον Ναό και έχτισε κελιά αλλά και μία δεξαμενή για τη συλλογή νερού. Ο Νέστωρ χρειαζόταν βοήθεια, γι' αυτό ζήτησε από τον ηγούμενο να δώσει ευλογία να μεταβεί και ο αδελφός του κοντά του.
Τα δυό αδέλφια στο Μάρτσαλο εφάρμοζαν αυστηρό πρόγραμμα ασκήσεως αλλά για λίγο καιρό έζησαν μέσα στην ησυχία, διότι σύντομα μαθεύτηκε η αρετή τους και τα πλήθη συνέρρεαν για να πάρουν την ευχή τους. Λίγο αργότερα κηρύχθηκε η επανάσταση του 1866 μ.Χ. και οι Τούρκοι προέβησαν σε λεηλασίες, φτάνοντας μέχρι και το Μάρτσαλο, όπου κατέστρεψαν ακόμη και τις εικόνες της εκκλησίας. Μετά την καταστροφή, τα δυό αδέλφια αποκατέστησαν τις ζημιές και ζήτησαν από τον ηγούμενο Γεράσιμο να τους κείρει Μεγαλόσχημους μοναχούς. Ο ηγούμενος πήγε στο Μάρτσαλο και τους έκειρε Μεγαλόσχημους. Τότε ο Νέστωρ ονομάστηκε Παρθένιος και ο Μεθόδιος Ευμένιος. Οι δυό αδελφοί αύξησαν τους ασκητικούς αγώνες τους, ευαρεστώντας τον Κύριο. Ο Όσιος Παρθένιος φορούσε αλυσίδες κατάσαρκα και τρίχινο ράσο ακόμη και τους θερινούς μήνες. Το 1868 μ.Χ. ο Επίσκοπος Πέτρας Μελέτιος χειροτονεί σε Διάκονο τον Ευμένιο στην Ιερά Μονή Οδηγήτριας και το 1870 μ.Χ. ο Επίσκοπος Αρκαδίας τον χειροτονεί Πρεσβύτερο. Δίπλα του πάντα ο μοναχός Παρθένιος ο Αββάς του, το στήριγμα της ζωής του.
Ύστερα από λίγο διάστημα, ανέλαβε ηγούμενος της μονής ο ιερομόναχος Αγαθάγγελος, ο οποίος όμως δεν έβλεπε θετικά την προσέλευση του κόσμου στο Μάρτσαλο και άρχισε να δημιουργεί προβλήματα στα δυό αδέλφια τα οποία έπειτα από πλείστους ονειδισμούς αποχώρησαν από το μοναστήρι το 1874 μ.Χ. και βρέθηκαν έπειτα από τετραετή περιπλάνηση στα σπήλαια των Αστερουσιών στον Κουδουμά.
Στις σπηλιές των Αστερουσίων ορέων στις οποίες περιπλανήθηκαν, δέχονταν ελεημοσύνη από βοσκούς της περιοχής αλλά και από τους ψαράδες. Στην περιοχή μάλιστα του αγίου Ιωάννου βρήκαν τον γέροντα Γεράσιμο, ο οποίος ασκήτευε εκεί. Επειδή όμως από την προσέλευση των μαθητών του Γερασίμου, δεν υπήρχε ησυχία, γι' αυτό το λόγο αποχώρησαν και από εκεί. Βρέθηκαν στο μεγάλο σπήλαιο του Αγίου Αντωνίου, όπου υπήρχε πόσιμο νερό σε στέρνες φτιαγμένες από παλαιότερους αναχωρητές. Η παραμονή τους ήταν μικρή εκεί λόγω της μεγάλης υγρασίας του σπηλαίου. Κατόπιν προχώρησαν ανατολικά στην περιοχή του Κουδουμά Εκεί σε απόκρημνο σπήλαιο μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων με μεγαλύτερο ζήλο ζητούσαν το έλεος του Θεού. Σε μικρή απόσταση από εκεί η Παναγία μας τους επιφύλασσε μία μεγάλη ευλογία.
Στον τόπο του Κουδουμά υπήρχε από αιώνες το εγκαταλειμμένο Μοναστήρι της. Ασκητές και ερημίτες των πρώτων χριστιανικών χρόνων όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Ερημίτης είχαν εκεί προσφέρει τη ζωή τους ως θυμίαμα ευπρόσδεκτον στην αγάπη του Θεού.
Η επιθυμία των δυό αδελφών ήταν μεγάλη, να γίνει το παλιό ερημικό μοναστήρι, μία νέα παλαίστρα πνευματικών αγώνων.
Ο τόπος ήταν άγριος, ακατοίκητος και το κτίσιμο ενός μοναστηριού φάνταζε αδύνατο, μέσα όμως στα χαλάσματα του ερημωμένου Ναού ο Όσιος Παρθένιος ως άλλος Μωυσής είδε και συνομίλησε με την Υπεραγία Θεοτόκο η οποία τον πρόσταξε λέγοντας: «..μεῖνε ἐδῶ νὰ ἱδρύσεις Μονύδριον νὰ ἐκτελεῖτε τὰ τῆς μοναδικῆς πολιτείας καθήκοντα καὶ τὴν τάξιν τῆς ἀκολουθίας σώαν καὶ μὴ φοβοῦ διότι Ἐγὼ θὰ εἶμαι οἰκονόμος». Έτσι με την προτροπή της Παναγίας εισέρχονται εις ένα μεγάλο αγώνα για την ίδρυση της Μονής Κουδουμά.
Άρχισαν να κτίζουν το Μοναστήρι στο οποίο δεν υπήρχε παρά λίγο παλαιό τείχος στην Εκκλησία όπως ο Όσιος Ευμένιος αναφέρει στον Επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειο στις 08/10/1915 μ.Χ. λέγοντας «...ἱδρύσαμε ἐκ βάθρων τὴν Μονὴν, μὴ ἔχων τότε εἰμὴ ὀλίγον τεῖχος παλαιὸν ἐν τὴ ἐκκλησία...». Έτσι έφτιαξαν ένα μικρό τμήμα του σημερινού Ναού της Παναγίας εξυπηρετούμενοι σ' αυτόν στις Ακολουθίες και στις καθημερινές θείες Λειτουργίες τους και διαμένοντες οι ίδιοι εις ένα σπήλαιο παραπλεύρως του Ναού. Τα δυό αδέρφια δεν είχαν καθόλου χρήματα, αλλά τελικά ο κόσμος στην περιοχή υποστήριξε με κάθε τρόπο τους μοναχούς, που είχαν γίνει γνωστοί για την αγιότητά τους και τα θαύματα που πραγματοποιούσαν. Κατά θαυμαστό τρόπο βρήκαν νερό και άνοιξαν πηγάδι για να εξυπηρετούνται οι Πατέρες και οι εργάτες της Μονής.
Αργότερα με την προσέλευση μοναχών μεγάλωσαν το Ναό της Παναγίας ο οποίος χτίστηκε με θαυμαστό τρόπο. Το κτίσιμο Ναού στον έρημο τόπο του Κουδουμά ήταν πολύ δύσκολο εγχείρημα, γιατί τα πετρώματα ήταν ακατάλληλα αλλά και η επεξεργασία τους, το πελέκημά τους από τους μάστορες, με τα εργαλεία της εποχής, καταστούσαν ακόμη πιο αδύνατη την υλοποίηση του ευλογημένου έργου τους. Για το λόγο αυτό οι κτίστες αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τη μονή χωρίς να τελειώσουν το έργο. Οι Όσιοι Πατέρες όμως τους παρακάλεσαν να μείνουν για μία νύχτα ακόμη. Εκείνη τη νύχτα οι Πατέρες αφιερώθηκαν με θερμή προσευχή στην Παναγία και Εκείνη με τις Πρεσβείες της στον Κύριο έκανε το θαύμα! Το πρωί είχαν βγει από τη θάλασσα λαξευμένες πέτρες, έτοιμες για το κτίσιμο του ναού, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1895 μ.Χ. Ο Ναός λέγεται και Θεόκτιστος εξ αιτίας αυτού του θαύματος. Οι Όσιοι Πατέρες επιδοθήκαν σε μεγάλα ασκητικά παλαίσματα• δυό μόνο ώρες κοιμόντουσαν και αυτές πάνω σε ένα χορταρένιο ψαθί και σε ένα πέτρινο προσκέφαλο, τα σώματά τους ήταν σκελετωμένα από την νηστεία, την αγρυπνία την άσκηση και την πολύμοχθη εργασία για την κατασκευή της Μονής. Δεν έτρωγαν ποτέ κρέας και είχαν μόνο ένα τρίχινο ράσο, το οποίο έπλεναν μια φορά το χρόνο στην θάλασσα και μόνο οι ίδιοι.
Ο Όσιος Παρθένιος ήταν πολύ αυστηρός με τον κανονισμό της μοναχικής ζωής και γι' αυτό έκανε άβατο το μοναστήρι του. Ακόμη και οι δόκιμοι έμεναν εκτός μονής και μάλιστα στα γύρω σπήλαια. Ο όσιος παιδαγωγούσε πολύ αυστηρά αλλά πάντα με γνώμονα την αγάπη και την πνευματική τελείωση των ανθρώπων που του εμπιστεύτηκε ο Θεός. Το χάρισμα και οι διδαχές του οσίου Παρθενίου ασκούσαν μεγάλη πνευματική επιρροή και σύντομα ο Κουδουμάς ανεδείχθη σε μεγάλο πνευματικό κέντρο.
Ο Πνευματικός της Μονής ήταν ο Ευμένιος που χειροθετήθηκε από τον Μητροπολίτη Κρήτης Μελέτιο. Ο Όσιος έχοντας πλήρη συναίσθηση της πνευματικής πατρότητας και τηρώντας τους ιερούς κανόνες ανέπαυσε χιλιάδες ψυχές με τις σοφές και πλήρεις Αγίου Πνεύματος συμβουλές του, οδηγώντας ταις στη σωτηρία και την λύτρωση που μας χάρισε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Ο όσιος Ευμένιος, ως καλός παιδαγωγός των ψυχών, προετοίμαζε και πολλούς νέους που κατέφευγαν κάτω από τις πνευματικές του συμβουλές για το μέγα Λειτούργημα της Ιερωσύνης γι' αυτό και απαιτούσε από τους κληρικούς του δυο προϋποθέσεις: να έχουν φόβο Θεού και καθαρότητα. Όταν επρόκειτο μάλιστα να δώσει συμμαρτυρία για κάποιον, πρώτα νήστευε, αγρυπνούσε και προσευχόταν για τρία μερόνυχτα. Έπειτα έβαζε τον μέλλοντα κληρικό μπροστά από την εικόνα του Χριστού και τον καλούσε να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του για να εισέλθει καθαρός στην Ιερωσύνη.
Οι Όσιοι τόσο χαριτώθηκαν από το Θεό που τα πάντα γύρω τους διαλαλούσαν την αγιότητά τους, άλλωστε δεν ήταν λίγες οι φορές που οι μοναχοί και οι δόκιμοί τους είχαν δει να λάμπουν από φως, να μην περπατούν στη γη, να περιβάλλονται από ένα φωτοστέφανο που φώτιζε όλη την πλαγιά των γύρω σπηλαίων της Μονής. Ήταν πράγματι εκείνοι οι πνευματέμορφοι άνθρωποι που και μόνο η θέα τους, αρκούσε για να μιλήσει και να πλημυρίσει χαρά και αγαλλίαση την καρδία κάθε προσκυνητή. Όταν όμως μία ζωή είναι δοσμένη στο Θεό απόλυτα τότε και το τέλος της είναι θαυμαστό και οσιακό. Το έτος 1905 μ.Χ. ο μοναχός Παρθένιος ασθένησε βαριά• ο οργανισμός του ήταν ήδη βεβαρυμμένος από την αυστηρή άσκηση. Αρκετά χρόνια είχε ήδη ταλαιπωρηθεί από προβλήματα του στομάχου. Οι Πατέρες της Μονής ειδοποίησαν τον ιατρό Αλέξανδρο Παπαχατζάκη, ο οποίος του έδωσε φαρμακευτική αγωγή αλλά του συνέστησε να λάβει δυναμωτικές τροφές και κυρίως κρέας. Εκείνος αρνήθηκε και δεν δέχθηκε ούτε να μεταφερθεί σε κανονικό κρεβάτι αλλά προτίμησε να κοιμάται σε ψάθα, όπως όλα τα χρόνια.
Κάλεσε όλους τους μοναχούς και ασκητές καθώς και τους δόκιμους και τους νουθέτησε μετά δακρύων. Τους είπε να μείνουν πιστοί στην Παράδοση, στο παράδειγμα που τους έδωσε και όρισε ως διάδοχό του τον αδελφό του Ευμένιο. Σε εκείνον έδωσε μάλιστα και το σακουλάκι με το φυλαχτό του. Έλαβε τη Θεία Κοινωνία, ως εφόδιο ζωής αιωνίου και τότε το πρόσωπό του έλαμψε, ακούστηκαν ουράνιες μελωδίες και μία ευωδία απλώθηκε σε όλη την πλαγιά και του ενεμφανίσθη η ίδια η Υπεραγία Θεοτόκος η οποία ήρθε να παραλάβει την αγιασμένη ψυχή του πιστού και αφοσιωμένο τέκνου της. Ο Όσιος της παρέδωσε την μακαρία του ψυχή ψελλίζοντας τα χείλι του τα τελευταία λόγια: «Καλῶς ὅρισες, Παναγία μου». Ο Όσιος αναχώρησε για την αιώνιο ζωή, προς αιώνια συνάντηση του Κυρίου μας και της Υπεραγίας Θεοτόκου, τους οποίους υπηρέτησε πίστα σε όλη την πορεία της ζωής του. Μετά από δυο χρόνια η Εκκλησία έλαβε πληροφορία για την αγιότητά του και το έτος 1907 μ.Χ., μετά από αγρυπνία και παρουσίᾳ του Επισκόπου Αρκαδίας Βασιλείου έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του τα οποία τοποθετήθηκαν στον Ναό της Παναγίας.
Ο όσιος Ευμένιος όλα τα χρόνια της ζωής του ήταν ο απόλυτα υπάκουος, ο υποτακτικός εκείνος που παραμέρισε ακόμα και το γεγονός της συγγενείας με τον αδελφό του όσιο Παρθένιο, ήταν ο άνθρωπος της νοεράς προσευχής, αυτός που με την ευπρέπεια της Ιερωσύνης του ιερούργησε την ακοίμητη Ευχαριστία της Εκκλησίας εν πομπή, μετ' αγγέλων και αρχαγγέλων που τον συνόδευαν στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο.
Πολεμήθηκε και ταλαιπωρήθηκε πολύ, μετά την οσιακή κοίμηση του γέροντος Παρθενίου, από αδελφούς της μονής και όχι μόνο. Είναι πολύ σπουδαία η προσφορά του, όχι μόνο με τη στάση του μέσα στο μοναστήρι αλλά και με τον κανονισμό που θέλησε να θεσπίσει. Μέχρι τότε η μονή δεν είχε κανονισμό• πορευόταν με όσα είχε θεσπίσει ο όσιος Παρθένιος. Ο κανονισμός αφορούσε την διοίκηση της Μονής, τη σχέση των αδελφών μεταξύ τους αλλά και θέματα της καθημερινής διαβίωσης στη Μονή. Ο Όσιος Ευμένιος είναι εκείνος που με την συχνή επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας με το πνευματικό τεκνό του Επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειό μας διασώζει όλη την πορεία της ιδρύσεως και λειτουργιάς της Ι. Μονής Κουδουμά και την έντονη και θαυμαστή παρουσία του Θεού και της Παναγίας στην πορεία τους αυτή. Κουρασμένος από την πολύ άσκηση, την εξομολόγηση και την διοίκηση της Μονής και μέσα στην αγαπημένη του υπακοή και ταπείνωση εκοιμήθη στις 12 Σεπτεμβρίου του 1920 μ.Χ.. Πήγε προς συνάντηση του αδελφού και γέροντά του, Όσιο Παρθένιο, στον ουρανό και εκεί «εὗρε μισθὸ τῶν καμάτων του» από το Χριστό αλλά και την Παναγία την οποία πιστά την υπηρέτησε και δόξασε. Οι δύο γέροντες επεβλήθησαν στη συνείδηση των πιστών ως άγιοι της Εκκλησίας μας. Τα εγκαίνια του πρώτου Ναού προς τιμήν των αγίων έγιναν στην Ιερά Μονή Κουδουμά από τον Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας κυρό Κύριλλο στις 10 Ιουλίου 1983 μ.Χ., οπότε και καθιερώθηκε ως ημέρα της μνήμης τους.
Το έτος 2007 μ.Χ. έγινε η επίσημη κατάταξη των Οσίων Πατέρων Παρθενίου και Ευμενίου υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κατόπιν εισηγήσεως, διά της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γορτύνης και Αρκαδίας κ.κ. Μακαρίου.

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ Γ´ 28 - 31, Δ´ 1 - 4
28 λογιζόμεθα οὖν πίστει δικαιοῦσθαι ἄνθρωπον χωρὶς ἔργων νόμου. 29 ἢ Ἰουδαίων ὁ Θεὸς μόνον; οὐχὶ δὲ καὶ ἐθνῶν; ναὶ καὶ ἐθνῶν, 30 ἐπείπερ εἷς ὁ Θεός, ὃς δικαιώσει περιτομὴν ἐκ πίστεως καὶ ἀκροβυστίαν διὰ τῆς πίστεως. 31 νόμον οὖν καταργοῦμεν διὰ τῆς πίστεως; μὴ γένοιτο, ἀλλὰ νόμον ἱστῶμεν.1 Τί οὖν ἐροῦμεν Ἀβραὰμ τὸν πατέρα ἡμῶν εὑρηκέναι κατὰ σάρκα; 2 εἰ γὰρ Ἀβραὰμ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη, ἔχει καύχημα, ἀλλ’ οὐ πρὸς Θεόν. 3 τί γὰρ ἡ γραφὴ λέγει; ἐπίστευσε δὲ Ἀβραὰμ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην. 4 τῷ δὲ ἐργαζομένῳ ὁ μισθὸς οὐ λογίζεται κατὰ χάριν, ἀλλὰ κατὰ ὀφείλημα·

Νεοελληνική απόδοση:
Μὲ συλλογισμὸν λοιπὸν ἀλάνθαστον καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δικαιοῦται διὰ πίστεως δωρεάν, χωρὶς τὰ ἔργα ποὺ ἐπιβάλλει ὁ νόμος. 29 Ἂς μὴ φανῇ δὲ εἰς κανένα ἄτοπον, ὅτι διὰ τῆς δικαιώσεως ταύτης παρέχεται ἡ σωτηρία καὶ εἰς τοὺς ἐθνικούς. Μήπως ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς τῶν Ἰουδαίων μόνον, ὄχι δὲ καὶ τῶν ἐθνικῶν; Ναί· εἶναι καὶ Θεὸς τῶν ἐθνικῶν. 30 Ἐπειδὴ βέβαια ἕνας εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τὴν δικαίωσιν τόσον εἰς τοὺς ἔχοντας περιτομὴν Ἰουδαίους διὰ τῆς πίστεως καὶ ὄχι διὰ τῶν ἔργων, ὅσον καὶ εἰς τοὺς ἀπεριτμήτους ἐθνικοὺς πάλιν διὰ μέσου τῆς πίστεως. 31 Καταργοῦμεν λοιπὸν διὰ τῆς πίστεως τὸ κῦρος καὶ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου; Μὴ γένοιτο νὰ ὑποθέσῃ κανεὶς τοῦτο. Ὄχι μόνον δὲν καταργοῦμεν τὸν νόμον, ἀλλ’ ἀντιθέτως στηρίζομεν τὸ κῦρος τοῦ νόμου, ἀφοῦ ὁ νόμος προλέγει τὰς ἐπαγγελίας, ποὺ ἐπραγματοποίησεν ὁ Χριστός, καὶ ἀφοῦ διὰ νὰ μᾶς συγχωρηθοῦν αἱ παραβάσεις τοῦ νόμου ἐσταυρώθη ὁ Χριστός.1 Τί θὰ εἴπωμεν λοιπόν, ὅτι ἐπέτυχεν ὁ πατήρ μας Ἀβραὰμ μὲ τὰς φυσικάς του δυνάμεις, χωρὶς δηλαδὴ νὰ βοηθῆται ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ; 2 Δὲν ἐπέτυχε τίποτε. Διότι, ἐὰν ὁ Ἀβραὰμ ἐτιμήθη ὡς δίκαιος ἀπὸ τοὺς συγχρόνους του ἀνθρώπους λόγῳ τῶν ἀγαθῶν του ἔργων, ἔχει λόγον καὶ ἀφορμὴν νὰ καυχᾶται ἀπέναντι τῶν ἀτελεστέρων τοῦ ἀνθρώπων, ὄχι ὅμως καὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 3 Διότι τί λέγει ἡ Ἁγία Γραφή; Ἐπίστευσε δὲ ὁ Ἀβραὰμ εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἡ πίστις αὐτὴ τοῦ ἐλογαριάσθη, σὰν νὰ ἐτήρησε κάθε νόμον καὶ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔτσι ὁ Θεὸς τὸν ἀνεκήρυξε δίκαιον. 4 Ἀντιθέτως ὅμως εἰς κάθε ἐργαζόμενον δὲν λογαριάζεται ἡ ἀνταμοιβὴ τῆς ἐργασίας του ὡς χάρις, ἀλλ’ ὡς χρέος ποὺ τοῦ ὀφείλεται.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Ήθελα να έχω δυνάμεις, για να κάνω κάτι ακόμα για τον πλησίον μου, αλλά δεν μπορώ... Μόνο δέομαι και παρακαλώ τον Κύριό μου, όσες ημέρες θέλει να με κρατήσει στη ζωή, να μου δίνει την Χάρη Του, για να μπορώ να προσφέρω κάτι, σε όποιον με πλησιάζει. Ένα σταύρωμα, μια συμβουλή, μια παρηγοριά, μια ευχή... Όποιος βρεθεί κοντά μου, φίλος μου είναι, είτε Εβραίος, είτε Οθωμανός είναι, όποιος και αν είναι, θέλω να με αξιώσει ο Κύριος, να μπορέσω να του κάνω κάτι και να τον βοηθήσω, όπως έκανα όλα τα χρόνια. 

(Όσιος Άνθιμος της Χίου)