Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Χωρίς αγάπη δε γίνεται!


Του Μόσχου Λαγκουβάρδου

Αυτός που αγαπάει αληθινά δεν περιμένει ανταπόδοση. Αν αγαπάμε αυτούς που μας αγαπούν, ποιά είναι η χάρη;, λέει ο Κύριος.

Όταν ο Απόστολος Παύλος ζήτησε από τον Ιησού να τον θεραπεύσει από την χρόνια αρρώστια από την οποία έπασχε, ο Ιησούς του είπε: Σου αρκεί η χάρη μου, εννοώντας τη χάρη να αγαπάει όλους τους ανθρώπους χωρίς να περιμένει ανταπόδοση.

Γυρίζοντας μόνος επάνω στα βουνά νιώθεις ευγνωμοσύνη για τις πηγές, που σου χαρίζουν τη δροσιά τους, χωρίς να περιμένουν ανταπόδοση.

Ψηλά στον Όλυμπο, εκεί όπου το χιόνι δεν λιώνει ποτέ, βγαίνουν κάτι πανέμορφα αγριολούλουδα μέσα απ' το χιόνι! Ποιός θα τα δει εκεί μέσα στις χαράδρες; Για ποιόν ντύνονται τόσο όμορφα;

Αρκεί η κακία της ημέρας


Του Μόσχου Λαγκουβάρδου

Μια παροιμία λέει, τη ζημία να την κλαις προτού να γίνει. Άν γίνει να την τραγουδάς.

Είναι σοφία να κλαίμε πριν μας εύρει το κακό; Νομίζω είναι σοφία , αν ως κλάμα εννοούμε την προσοχή. Καλά είναι να είμαστε άγρυπνοι σύμφωνα με την Εντολή του Κυρίου "Γρηγορείτε και προσεύχεσθε".

Δεν είναι σοφία, αν ως κλάμα, εννοούμε να κλαίγεται κανείς, για να αποφύγει τις ευθύνες ή τον κόπο ή τις συνέπειες από τις αδικίες του.
Την τακτική αυτή την εφαρμόζουν ακόμα και κράτη ολόκληρα.

Τον παλιό τον καιρό, πριν οι γυναίκες γίνουν επιθετικές, έκλαιγαν πριν να τις δείρουν για να μην κλάψουν δαρμένες. Ένας αρχαίος φιλόσοφος, που δεινοπαθούσε από την κλαψιάρα γυναίκα του έγραψε στα απομνημονεύματά του τα εξής: Δεν θυμάμαι ακριβώς τα λόγια του, αλλά το νόημά τους είναι κάπως έτσι:
Με λέοντα και με δράκοντα θα ζήσω, παρά με πονηρή γυναίκα.

Ένας άλλος έλεγε: Γέροντος ανάβασις επί αμμώδους λόφου, γυναίκα που γκρινιάζει συνεχώς.
Ο αρχαίος κυνικός φιλόσοφος Κράτης ήταν πάμπλουτος. Όταν βρήκε μια γυναίκα που ήθελε να ζει φτωχά, πέταξε το θησαυρό του στη θάλασσα και έζησε μαζί της με την επαιτεία. Αυτοί δεν έκλαιγαν πριν να τους δείρουν.

Μια άλλη παροιμία λέει, να μην περνάς μια γέφυρα, πριν την φτάσεις. Κι ο Απόστολος Παύλος, το λέει σε κάποια επιστολή του. Να μην φέρετε , λέει κακία από τις άλλες μέρες. Αρκεί η κακία της ημέρας.

Η ΧΑΡΗ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Του Μόσχου Λαγκουβάρδου

Τί σημαίνει "χάρη της φιλίας"; Χάρη της φιλίας σημαίνει ότι η φιλία σηκώνει τα φορτία μας. Γνωρίζω κάποιον που όταν χώρισε με τη γυναίκα του, η φιλία του με το Χριστό βάσταξε όλο το βάρος της λύπης του χωρισμού.Ένιωθα , μου εκμυστηρεύθηκε ο φίλος μου, ότι δεν χώρισα εγώ, αλλά ο Χριστός χώρισε για μένα

Αν αυτό ισχύει, όπως το πιστεύω, για όλα τα γεγονότα της ζωής μας, ακόμα και για τα πιο επώδυνα, όπως μπορεί να είναι μια ανίατη αρρώστια ή και ο θάνατος, γιατί να μην ζητήσουμε από τον Κύριο Ιησού, να σηκώσει το βάρος τους; Η προφητεία του ΗσαΪα, λέει πως ο Ιησούς εβάστασε τις ασθένειές μας.
"Αυτός τας ασθενείας ημών έλαβε και τας νόσους εβάστασεν." ΗΣΑΙΑΣ.

'Εχοντας τέτοιο βοηθό, επειγει να επανορθώσουμε την μέχρι τώρα στάση της αδιαφορίας μας απέναντι στην Πίστη. Τα προβλήματα, τα εμπόδια οι δυσκολίες δεν παραιτούνται από το φθοροποιητικό τους έργο ούτε μας περιμένουν.

Γρήγορα, ας αναθεωρήσουμε τη ζωή μας, ας ακούσουμε το ποίημα του Σεφέρη, Πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή."

Πιστεύω , Κύριε, βοήθησέ με στην απιστία μου.

”Ένα αγόρι τα Χριστούγεννα”.


Ντοστογιέβσκι – 

Έχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι υπήρχε στο υπόγειο ένα αγόρι, όμως πολύ μικρό ακόμα, έξι χρονών ή μπορεί και μικρότερο. Αυτό το αγόρι ξύπνησε το πρωί μέσα σε ένα υγρό, κρύο υπόγειο. Φορούσε κάτι σαν ρομπάκι και τουρτούριζε.  
Η ανάσα του έβγαινε από το στόμα του σαν άσπρος αχνός, κι εκείνο, καθισμένο πάνω σε ένα σεντούκι στη γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας τη να πετάει και να χάνεται. Όμως, ήθελε τόσο πολύ να φάει κάτι. Είχε πλησιάσει κάμποσες φορές από το πρωί το σανιδένιο κρεβάτι, όπου πάνω σε ένα λεπτό σαν φύλλο στρώμα και με έναν μπόγο για μαξιλάρι κειτόταν η άρρωστη μητέρα του. Πώς βρέθηκε άραγε εδώ; Θα πρέπει να ήρθε με το αγοράκι της από κάποια άλλη πόλη και αρρώστησε ξαφνικά.
Την ιδιοκτήτρια των κρεβατιών την είχαν συλλάβει δυο μέρες πριν. Οι ένοικοι σκόρπισαν στα πόστα τους, λόγω γιορτών, κι ένας ακαμάτης που έμεινε κειτόταν ήδη μεθυσμένος του θανατά ολόκληρα εικοσιτετράωρα, χωρίς να περιμένει καν τη γιορτή. Στην άλλη άκρη του δωματίου βογκούσε μια ογδοντάχρονη γριούλα, που έζησε κάποτε, κάπου, σαν γκουβερνάντα, και τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας στο αγόρι, που άρχισε να φοβάται πια να πλησιάσει προς τη γωνιά της. Κάπου σε μια πεζούλα ανακάλυψε κάτι για να πιει, αλλά δε βρήκε ούτε μια κόρα ψωμί για να φάει, και πήγαινε τώρα για δέκατη φορά να ξυπνήσει τη μητέρα του. Τελικά, μέσα στο σκοτάδι ένιωσε να φοβάται: είχε βραδιάσει εδώ και ώρα, αλλά κανείς δεν άναψε φως. Ψηλαφώντας το πρόσωπο της μαμάς του, παραξενεύτηκε που εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου και ήταν τόσο παγωμένη όσο κι ο τοίχος.«Πολύ κρύο κάνει εδώ μέσα», σκέφτηκε.
Στάθηκε λίγο ακόμα, ξεχνώντας ασυναίσθητα το χέρι του στον ώμο της μακαρίτισσας, μετά χουχούλιασε τα δαχτυλάκια του, για να τα ζεστάνει, και ξαφνικά, ξετρυπώνοντας από το κρεβάτι το κασκετάκι του, σιγά σιγά, ψηλαφητά, βγήκε από το υπόγειο. Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν εκεί πάνω στη σκάλα το μεγάλο σκυλί που στεκόταν ολημερίς έξω από την πόρτα των γειτόνων. Όμως, τώρα πια το σκυλί δεν ήταν εκεί, κι αυτός βγήκε γρήγορα στο δρόμο.

Θεέ μου, τι πόλη ήταν αυτή! Ποτέ άλλοτε δεν είχε δει κάτι παρόμοιο. Εκεί απ’ όπου ερχόταν, τις νύχτες πέφτει μαύρο σκοτάδι, ένας φανοστάτης φωτίζει όλο το δρόμο. Τα ξύλινα, χαμηλούτσικα σπιτάκια κλειδαμπαρώνονται με παντζούρια. Έξω, με το που θα πάρει να σουρουπώνει, δε θα δεις κανέναν— κλείνονται όλοι στα σπίτια τους, και το μόνο που ακούς είναι το ουρλιαχτό από ολόκληρα κοπάδια σκυλιών, εκατοντάδες και χιλιάδες από αυτά αλυκτούν και γαβγίζουν όλη τη νύχτα. Ωστόσο, εκεί κάτω ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν να φάει, ενώ εδώ, ω Θεέ μου, ας έτρωγε μια στάλα! Και τι θόρυβος και φασαρία είναι αυτή, πόσο φως και πόσοι άνθρωποι, άλογα και άμαξες, και παγωνιά, παγωνιά! Παγωμένος αχνός βγαίνει από τα καταπονημένα άλογα, από τις καυτές ανάσες τους. Κάτω από το λιωμένο χιόνι βροντοκοπούν πάνω στην πέτρα τα πέταλά τους, κι όλοι σπρώχνονται τόσο και, ω Θεέ μου, πόσο θέλει να φάει, ένα κομματάκι οτιδήποτε έστω, και τα δάχτυλα άρχισαν ξαφνικά να πονάνε τόσο. Δίπλα του πέρασε το όργανο της τάξης που έστρεψε αλλού το πρόσωπό του, για να μη δει το μικρό.
Να κι άλλος δρόμος, τόσο πλατύς! Εδώ σίγουρα μπορούν να σε ποδοπατήσουν. Πώς φωνάζουν όλοι, πώς τρέχουν και τι φώτα, τι φώτα! Ω, αυτό τι είναι; Α, ένα μεγάλο τζάμι, και πίσω από το τζάμι ένα δωμάτιο, και στο δωμάτιο ένα δέντρο ίσαμε το ταβάνι. Είναι ένα έλατο, και πάνω στο έλατο τόσα φωτάκια, τόσα χρυσαφένια χαρτάκια και μήλα και κουκλάκια και μικρά αλογάκια. Πέρα δώθε στο δωμάτιο τρέχουν παιδιά, στολισμένα και καθαρά, γελούν και παίζουν και κάτι τρώνε και πίνουν. Να, το κοριτσάκι εκείνο άρχισε να χορεύει με το αγοράκι, τι όμορφη κοπελίτσα! Ορίστε κι η μουσική που ακούγεται πίσω από το τζάμι. Κοιτάζει ο μικρός και θαυμάζει, γελάει μάλιστα, τώρα του πονάνε ήδη και τα δαχτυλάκια των ποδιών, ενώ των χεριών έγιναν πια κατακόκκινα, δεν κλείνουν και πονάνε όταν τα κουνάει. 
Ξάφνου το αγόρι θυμήθηκε ότι του πονάνε τόσο πολύ τα δάχτυλα, έβαλε τα κλάματα και συνέχισε το δρόμο του, αλλά να που πάλι βλέπει, μέσα από ένα άλλο τζάμι, ένα άλλο δωμάτιο κι ένα δέντρο, και στα τραπέζια πάνω γλυκίσματα κάθε είδους— αμυγδαλωτά, κόκκινα, κίτρινα, και κάθονται εκεί τέσσερις πλούσιες κυρίες, που δίνουν σε όσους μπαίνουν γλυκά, κι ανοίγει για μια στιγμή η πόρτα και μπαίνουν απ’ έξω κάμποσοι κύριοι. Πλησίασε στα κλεφτά ο μικρός, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Οχ, τι φωνές ήταν αυτές και τι χειρονομίες! Μια κυρία έτρεξε γρήγορα, του έβαλε στο χέρι ένα καπίκι και του άνοιξε την πόρτα για να βγει. Πόσο φοβήθηκε ο μικρός! Το καπίκι τού έπεσε την ίδια στιγμή και κύλησε πάνω στα σκαλοπάτια, γιατί δεν μπορούσε, βλέπετε, να κλείσει τα κόκκινα δάχτυλά του και να το σφίξει. Το έβαλε στα πόδια ο μικρός κι έτρεξε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς να ξέρει προς τα πού. Πάλι θέλει να κλάψει, αλλά φοβάται, και τρέχει, τρέχει χουχουλιάζοντας τα χεράκια του. Τότε τον πιάνει μια θλίψη, γιατί ξαφνικά ένιωσε τόσο μόνος και τόσο απαίσια.
Όμως, ξάφνου, Θεέ και κύριε! Τι είναι αυτό πάλι; Ένα πλήθος ανθρώπων στέκεται και κάτι κοιτάζει: σε ένα παράθυρο, πίσω από το τζάμι, τρεις κούκλες, μικρές, με κόκκινα και πράσινα ρουχαλάκια, και εντελώς σαν ζωντανές! Ένα γεροντάκι κάθεται και σαν να παίζει ένα μεγάλο βιολί, δυο άλλοι στέκονται όρθιοι και παίζουν μικρότερα βιολιά, και κουνάνε τα κεφάλια τους με ρυθμό, κι έπειτα κοιτάνε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιούνται, μιλάνε, πραγματικά μιλάνε, μόνο που λόγω του τζαμιού δεν ακούγονται. Στην αρχή ο μικρός σκέφτηκε ότι είναι ζωντανοί, αλλά, μόλις κατάλαβε ότι είναι κούκλες, έβαλε τα γέλια. Δεν είχε δει ποτέ τέτοιες κούκλες και δεν ήξερε καν ότι υπάρχουν τέτοιες! Του έρχεται να κλάψει, αλλά είναι τόσο αστείες αυτές οι κούκλες. Ξάφνου του φάνηκε ότι κάποιος πίσω του τον άρπαξε από το ρομπάκι του: ένα ψηλό κακιωμένο αγόρι στάθηκε δίπλα του, του έδωσε μια καρπαζιά, του πέταξε το κασκέτο και του έχωσε μια κλοτσιά. Κυλίστηκε ο μικρός στο έδαφος, κάποιοι έβαλαν τις φωνές, τα έχασε τότε, πετάχτηκε πάνω και όπου φύγει φύγει, μέχρι που έφτασε κάπου, άγνωστο πού, σε μια αυλή, μια άγνωστη αυλή. Στάθηκε να πάρει ανάσα πίσω από ένα σωρό ξύλων.«Εδώ δε θα με βρουν, είναι κατασκότεινα».
Κάθισε μαζεμένος, χωρίς να μπορεί να συνέλθει από το φόβο, και τότε απρόσμενα, εντελώς απρόσμενα, ένιωσε τόσο ευχάριστα: τα χεράκια και τα ποδαράκια του σταμάτησαν να πονάνε κι αισθάνθηκε μια τέτοια ζεστασιά, τέτοια ζεστασιά, σαν να βρισκόταν δίπλα στη σόμπα. Νάτος, τρεμουλιάζει ολόκληρος! Αχ, μα ναι, μοιάζει να αποκοιμιέται! Τι ωραία να κοιμόταν εδώ. Θα κάτσω λίγο και θα πάω να δω πάλι τις κούκλες», σκέφτηκε ο μικρός και χαμογέλασε, φέρνοντάς τες στο μυαλό του, εντελώς σαν αληθινές!… Αλλά τότε άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει ένα νανούρισμα.«Μαμάκα, κοιμάμαι, αχ, τι ωραία κοιμάμαι εδώ πέρα!»
«Πάμε σπίτι μου, στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, αγοράκι», ψιθύρισε από πάνω του μια σιγανή φωνή.
Σκέφτηκε ότι θα ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν. Ποιος είναι αυτός που τον καλεί, δεν τον βλέπει, όμως ναι, κάποιος έσκυψε πάνω του και τον αγκάλιασε μέσα στο σκοτάδι, και ο μικρός του έτεινε το χέρι και… και τότε, ω, τι φως! Ω, τι έλατο είναι αυτό! Μα δεν είναι καν έλατο, τέτοια δέντρα δεν είχε ξαναδεί ποτέ! Πού βρίσκεται τώρα; Όλα λάμπουν, όλα ακτινοβολούν και γύρω τόσες κούκλες, αγοράκια και κοριτσάκια, τόσο λαμπερά, όλο στριφογυρνάνε γύρω του, πετάνε, τον φιλάνε, τον πιάνουν από το χέρι, τον παίρνουν μαζί τους, ναι, τώρα πετάει κι ο ίδιος, και βλέπει τη μητέρα του να τον κοιτάζει και να του χαμογελάει τόσο χαρούμενη.
«Μαμά! Μαμά! Αχ, τι ωραία που είναι εδώ, μαμά!» της φωνάζει ο μικρός και ξαναφιλιέται με τα παιδάκια και θέλει να τους μιλήσει αμέσως για τις κούκλες εκείνες πίσω από το τζάμι.«Ποια είστε εσείς, αγοράκια; Ποιες είστε εσείς, κοριτσάκια;» ρωτάει γελώντας και αγκαλιάζοντάς τα.
«Αυτό είναι το Δέντρο του Χριστού», του απαντάνε. «Στο σπίτι του Χριστού πάντα τη μέρα αυτή υπάρχει ένα δέντρο για τα μικρά παιδάκια που δεν έχουν δικά τους δέντρα…»
Έμαθε τότε ότι τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδάκια σαν κι αυτόν, που κάποια ξεπάγιασαν μέσα στα καλαθάκια τους, όταν τα εγκατέλειψαν στα σκαλιά των σπιτιών των αξιωματούχων της Πετρούπολης, άλλα πέθαναν στο βρεφοκομείο, κάποια τρίτα ξεψύχισαν πάνω στο στεγνό στήθος της μητέρας τους (την εποχή του λοιμού της Σαμάρας), και κάποια άλλα έσκασαν στα βαγόνια της τρίτης θέσης από τις αναθυμιάσεις, κι όλα είναι τώρα εδώ, όλα είναι τώρα άγγελοι, κοντά στον Χριστό, κι Εκείνος, ανάμεσά τους, τους απλώνει το χέρι και τα ευλογεί, όπως και τις αμαρτωλές μητέρες τους… Ναι, οι μητέρες των παιδιών στέκονται εδώ δίπλα στην ακρούλα και κλαίνε. 
Όλες αναγνωρίζουν το αγοράκι τους ή το κοριτσάκι τους, το πλησιάζουν και το φιλάνε, του σκουπίζουν τα δάκρυα με τα χέρια τους και του ζητάνε να μην κλαίει, γιατί εδώ είναι καλά τώρα…
Κάτω, το πρωί, οι οδοκαθαριστές βρήκαν το μικρό πτωματάκι του ξεπαγιασμένου αγοριού πίσω από τα ξύλα. Αναζήτησαν και τη μητέρα του… Εκείνη είχε πεθάνει νωρίτερα. Συναντήθηκαν κοντά στον Κύριο και Θεό, στους ουρανούς.
Γιατί έγραψα μια τέτοια ιστορία, που δεν ταιριάζει καθόλου σε ένα συνηθισμένο ημερολόγιο, και μάλιστα ημερολόγιο συγγραφέα; Είχα υποσχεθεί στους εκδότες μερικά διηγήματα, για αληθινά γεγονότα κατά προτίμηση! Όμως, ακριβώς αυτό είναι το ζήτημα: μου φαίνεται πως όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν συμβεί στ’ αλήθεια— δηλαδή αυτό που έγινε στο υπόγειο και πίσω από τα ξύλα και εκεί, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν ξέρω πια πώς να το πω, μπορεί να έχουν συμβεί μπορεί και όχι… Αλλά γι’ αυτό είμαι μυθιστοριογράφος:για να επινοώ πράγματα…

Πηγή: vimaorthodoxias.gr

«Τά σημάδια τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό»


Ἀλλά ἄς δοῦμε ποιά εἶναι τά σημάδια τῆς ἀγάπης μας πρός τόν Θεό, γιά νά μήν ἔχουμε ψεύτικη ἰδέα γιά τήν ἀγάπη αὐτή. Γιατί σέ τίποτε ἄλλο δέν ἀπατᾶται ὁ ἄνθρωπος, ὅσο στό θέμα τῆς ἀγάπης. Τά σημάδια τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης εἶναι τά ἑξῆς:

Α΄
Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν Του

Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος καθορίζει καί λέει: «Ὁ ἔχων τάς ἐντολάς Μου καί τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνος ἐστιν ὁ ἀγαπῶν Με» (Ἰω. 14 : 21). Ὅποιος ἀγαπάει εἰλικρινά τόν Θεό, προσπαθεῖ νά φυλάγεται ἀπ᾿ ὅσα δέν ἀρέσουν σ᾿ Ἐκεῖνον καί ἀγωνίζεται νά ἐφαρμόζει ὅσα Ἐκεῖνος ἀγαπάει. Γι᾿ αὐτό ἐκτελεῖ τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Κυρίου. Ἑπόμενο εἶναι λοιπόν νά μήν ἔχουν ἀγάπη πρός τόν Θεό ὅσοι χριστιανοί δέν δείχνουν ἐνδιαφέρον γιά τίς ἐντολές Του. Σ᾿ αὐτούς συγκαταλέγονται καί οἱ κακοποιοί, ὅσοι βλάπτουν τούς ἄλλους μέ ποικίλους τρόπους, οἱ ἄσωτοι, οἱ μοιχοί, οἱ αἰσχροί, οἱ κλέφτες, οἱ ἅρπαγες, οἱ ληστές, οἱ ἄδικοι…

Σ᾿ αὐτούς συγκαταλέγονται οἱ πονηροί, οἱ δόλιοι, οἱ γόητες, οἱ ἀπατεῶνες καί οἱ ὑποκριτές. Σ᾿ αὐτούς συγκαταλέγονται ἀκόμα οἱ μάγοι κι᾿ ἐκεῖνοι πού τούς φωνάζουν στά σπίτια τους καί γενικά ὅλοι οἱ παράνομοι. Αὐτοί, ὅπως δέν ἀγαποῦν τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ἔτσι δέν ἀγαποῦν κι᾿ Αὐτόν τόν Ἴδιο. Αὐτοί ἀγαποῦν τόν ἑαυτό τους καί τά πάθη τους, καί ὄχι τόν Θεό καί τόν ἅγιο νόμο Του.

Β΄
Ἡ πνευματική χαρά

Φανερό δεῖγμα τῆς ἀγάπης μας πρός τόν Θεό εἶναι καί ἡ χαρά τῆς καρδιᾶς μας. Γιατί εἶναι φυσικό νά αἰσθανόμαστε χαρά γιά ὅ,τι ἀγαπᾶμε. Ἔτσι καί ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Θεό, χωρίς τή χαρά δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ. Ὅσες φορές ὁ ἄνθρωπος νιώθει στήν καρδιά του τή γλυκύτητα τῆς ἀγάπης γιά τόν Θεό, τόσες φορές καί πλημμυρίζει ἀπό χαρά.

Ὅπως τό μέλι εὐφραίνει τή γεύση μας, ἔτσι καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ χαροποιεῖ τήν καρδιά μας, γιατί γευόμαστε καί βλέπουμε «ὅτι χρηστός ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 33 : 9). Αὐτή ἡ χαρά γιά τόν Θεό φαίνεται σέ πολλά σημεῖα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί πολύ περισσότερο στούς ἱερούς ψαλμούς. Αὐτή ἡ πνευματική, ἡ οὐράνια χαρά εἶναι ἡ πρόγευση τῆς χαρᾶς πού θ᾿ ἀπολαύσουμε στήν αἰώνια ζωή.

Γ΄
Ἡ ἀποταγή τοῦ κόσμου

Ὁποῖος ἀγαπάει ἀληθινά τόν Θεό μόνο πρός Αὐτόν στρέφεται, καί ἀποστρέφεται τόν κόσμο καί ὅλα τά τοῦ κόσμου. Τήν τιμή, τήν δόξα, τόν πλοῦτο καί ὅλες τίς ἀναπαύσεις του, πού τά ἐπιζητοῦν οἱ «υἱοί τοῦ αἰῶνος τούτου», τά λογαριάζει γιά ἕνα μηδενικό.

Αὐτόν τόν ἱκανοποιεῖ ὁ Ἕνας, ὁ Θεός, τό ἄκτιστο ἀγαπημένο Του Ἀγαθό. Μόνο στόν Θεό βρίσκει ἀπόλυτη τιμή, δόξα, πλοῦτο καί ἀνάπαυση. Γι᾿ αὐτόν ὁ Θεός εἶναι ὁ πολυτιμότερος μαργαρίτης, μπροστά στόν Ὁποῖο ὅλα τά ἄλλα ἔχουν μικρή ἀξία.

Αὐτός τίποτα δέν ἐπιθυμεῖ, οὔτε στόν οὐρανό οὔτε στή γῆ, παρά μόνο τόν Θεό. Τέτοιου εἴδους ἀγάπη ἐκφράζουν τά λόγια τοῦ ψαλμοῦ: «Τί γάρ μοι ὑπάρχει ἐν τῷ οὐρανῷ καί παρά Σοῦ τί ἠθέλησα ἐπί τῆς γῆς; Ἐξέλιπεν ἡ καρδία μου καί ἡ σάρξ μου, ὁ Θεός τῆς καρδίας μου καί ἡ μερίς μου ὁ Θεός εἰς τόν αἰῶνα» (Ψαλμ. 72 : 25-26). Τήν τροφή, τό ποτό, τά ροῦχα τά χρησιμοποιεῖ γιά τίς ἀνάγκες του μόνο καί ὄχι γιά ἡδονή.

Ὁποῖος ἀγαπάει τόν κόσμο δέν ἀγαπάει τό Θεό, σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ Ἀποστόλου:«Ἐάν τίς ἀγαπᾶ τόν κόσμον, οὐκ ἐστιν ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰω. 2 : 15). Τέτοιοι εἶναι ὅσοι θέλουν νά ζοῦν στή ζωή αὐτή μέ πολυτέλεια, νά κατοικοῦν σέ βίλες, νά περνοῦν μέ πλούσιες ἅμαξες, νά ντύνονται μέ βαρύτιμα ροῦχα, νά δοξάζονται καί νά τιμοῦνται ἀπ᾿ ὅλους. Αὐτοί ἔχουν σαρκικό φρόνιμα, φιλοδοξία καί ἐγωισμό, δηλαδή ὅ,τι ἐχθρεύεται ὁ Θεός.

Δ΄
Ἡ μνήμη Θεοῦ

Ὁποῖος ἀγαπάει πραγματικά τόν Θεό, Τόν ἔχει ἀδιάκοπα στή μνήμη του· Αὐτόν, τήν ἀγάπη Του καί τίς εὐεργεσίες Του. Τό βλέπουμε καί στήν ἀγάπη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Τόν ἄνθρωπο πού ἀγαπᾶμε, τόν σκεφτόμαστε συχνά. Παρόμοια συμβαίνει καί μέ τήν ἀγάπη μας πρός τόν Θεό. Ὅποιος Τόν ἀγαπάει, Τόν σκέφτεται συχνά, ἀναπαύεται κοντά Του καί σ᾿ Αὐτόν στρέφεται μέ θαυμασμό. 

Γιατί ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός του, ἐκεῖ εἶναι καί ἡ καρδία του (Ματθ. 6, 21). Γι᾿ αὐτόν ὁ ἀτίμητος καί πολυαγαπημένος του θησαυρός εἶναι ὁ Θεός. Ἔτσι καί ἡ καρδιά του βρίσκεται πάντα κοντά στόν Κύριο. Καί ἡ καρδιά, πού εἶναι ξέχειλη ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό, φανερώνει καί ἐξωτερικά τά σημεῖα τῆς ἀγάπης της. Ὅσοι ξεχνοῦν τόν Θεό, δέν Τόν ἀγαποῦν. Ἡ λησμοσύνη εἶναι φανερή ἀπόδειξη ὅτι λείπει ἡ ἀγάπη. Ὅποιος ἀγαπάει, δέν μπορεῖ νά ξεχάσει αὐτόν πού ἀγαπάει.

Ε΄
Τό μαρτυρικό πνεῦμα

Δύο πρόσωπα πού ἀγαπιοῦνται, θέλουν νά βρίσκονται παντοτινά ἀχώριστα. Πολλοί βέβαια χριστιανοί ἐπιθυμοῦν νά εἶναι μαζί μέ τόν Χριστό δοξασμένοι, ἀλλά δέν θέλουν νά εἶναι μαζί Του καί στήν ἀτίμωση καί στό σταυρό. Προσεύχονται νά κληρονομήσουν τή βασιλεία Του, ἀλλά δέν θέλουν νά ὑποφέρουν μαζί Του. Ἔτσι φανερώνουν ὅτι ἡ καρδιά τους δέν εἶναι εἰλικρινής καί ὅτι δέν ἀγαποῦν ἀληθινά τόν Χριστό. 

Καί, γιά νά ποῦμε τήν ἀλήθεια, ἀγαποῦν περισσότερο τόν ἑαυτό τους παρά τόν Χριστό. Γι᾿ αὐτό ὁ Κύριος λέει:«Καί ὅς οὐ λαμβάνει τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθεῖ ὀπίσω Μου οὐκ ἐστι Μου ἄξιος»(Ματθ. 10 :38). Ὁ πραγματικός φίλος μας φαίνεται στή δυστυχία μας. Ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος πού ἀγαπάει πραγματικά τό Χριστό: Στόν κόσμο αὐτό συμπορεύεται μέ τό Χριστό. Ἡ καρδιά του προσκολλᾶται σ᾿ Αὐτόν. Ὑπομένει μαζί Του ἀγόγγυστα τά πάθη καί τό σταυρό. Καί θά εἶναι στήν αἰωνιότητα ἀχώριστα πιά κοντά Του. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός λέει ἀπ᾿ τήν καρδιά του: «Ἐμοί δέ τό προσκολλᾶσθαι τῷ Θεῷ ἀγαθόν ἐστι» (Ψαλμ. 72 : 28).

ΣΤ΄
Ἡ ἀγάπη στόν πλησίον

Δεῖγμα τῆς ἀγάπης μας πρός τόν Θεό εἶναι ἡ ἀγάπη μας πρός τόν πλησίον. Ὅποιος ἀγαπάει εἰλικρινά τόν Θεό, αὐτός ἀγαπάει καί τόν πλησίον του. Ὅποιος ἀγαπάει πολύ ἕνα πρόσωπο, ἀγαπάει καί ἐκεῖνον πού συνδέεται μ᾿ αὐτό. Ἡ πηγή τῆς ἀγάπης πρός τόν πλησίον εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τό Θεό. Καί ἀντίστροφα, ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό φαίνεται ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Εἶναι φανερό λοιπόν ὅτι ὅποιος δέν ἀγαπάει τόν πλησίον του, δέν ἀγαπάει καί τόν Θεό, ὅπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος: «Ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τόν Θεόν, καί τόν ἀδελφόν αὐτοῦ μισεῖ, ψεύστης ἐστιν· ὁ γάρ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν, ὅν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν; Καί ταύτην τήν ἐντολήν ἔχομεν ἀπ᾿ Αὐτοῦ, ἵνα ὁ ἀγαπῶν τόν Θεόν ἀγαπᾶ καί τόν ἀδελφόν αὐτοῦ» (Α΄ Ἰω. Δ΄: 20-21).

Αὐτά εἶναι τά σημάδια τῆς ἀγάπης μας πρός τό Θεό.

Ἀγαπητοί χριστιανοί, ἄς ἀποστραφοῦμε τή ματαιότητα τοῦ κόσμου. Ἄς καθαρίσουμε τήν καρδιά μας μέ τή μετάνοια καί τή συντριβή, γιά νά κατοικήσει μέσα μας ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστι, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α’ Ἰω. Δ΄: 16).

Ὁ Θεός εἶναι τό ὕψιστο Ἀγαθό, ἀπό τό ὁποῖο πηγάζουν ὅλα τά ἀγαθά καί ἡ μακαριότητα.

Χωρίς τόν Θεό κάθε εὐτυχία εἶναι καταραμένη καί φτωχή, ἡ ζωή θάνατος, ἡ χαρά καί ἡ γλυκύτητα πίκρα. Μέ τόν Θεό καί ἡ δυστυχία εἶναι εὐτυχία, ἡ φτώχεια πλοῦτος, ἡ ἀδοξία δόξα, ἡ ἀτιμία τιμή, οἱ δοκιμασίες γεμάτες παρηγοριά. Χωρίς τόν Θεό δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει ἀληθινή ἀνάπαυση, εἰρήνη καί παρηγοριά.

Γι᾿ αὐτό, νά Τόν ἀγαπᾶς σάν τό πιό μεγάλο σου ἀγαθό καί τήν πραγματική σου μακαριότητα.

Νά Τόν ἀγαπᾶς πάνω ἀπό κάθε δημιούργημα. Περισσότερο ἀπό τόν πατέρα σου καί τή μητέρα σου, τή γυναίκα καί τά παιδιά σου. Πάνω καί ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σου. Σ᾿ Αὐτόν καί μόνο νά δώσεις τήν καρδιά σου, καί πιό πολύ ἀπό κάθε τί, Αὐτόν μόνο νά ἐπιθυμεῖς καί νά ποθεῖς. Γιατί ὁ Θεός εἶναι ἡ αἰώνια εὐτυχία σου, τό αἰώνιο ἀγαθό σου. Χωρίς Αὐτόν οὔτε στόν παρόντα κόσμο οὔτε στό μέλλοντα ὑπάρχει ζωή καί εὐτυχία.

Κάθε δημιούργημα τοῦ Θεοῦ εἶναι καλό, ἀλλά ὁ Δημιουργός εἶναι ἀσύγκριτα καλύτερος. Ἀγάπα λοιπόν καί ζήτα αὐτό τό ἴδιο Ἀγαθό, τό μόνο αὐθύπαρκτο, ἄναρχο, αἰώνιο, πανταχοῦ παρόν καί ἀναλλοίωτο, ἀπό τό ὁποῖο πλάστηκαν ἀριστοτεχνικά ὅλα τά δημιουργήματα.

Ἁγιου Τύχωνος τοῦ Ζαντόνσκ
Ἀπό τό βιβλίο: “ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ”
Ἱερά Μονή Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττική.
http://inpantanassis.blogspot.

Άγιος σημαίνει σχέση αγάπης


Το βρέφος, ακόμα κι αν δεν έχει τη δύναμη να κάνει τίποτα και δεν μπορεί να πάει μόνο του στη μητέρα του, όμως στριφογυρίζει και φωνάζει και κλαίει, ζητώντας τη με πόνο και φωνή και μη μπορώντας να πάει κοντά της. Και, με τα πολλά του παρακάλια, η ίδια η μητέρα, που την κρατάει αιχμάλωτη η αγάπη της για το παιδί της, πάει κοντά του, το παίρνει στην αγκαλιά της, και με πολλή στοργή το φροντίζει και το ταΐζει. 

Αυτό κάνει και ο φιλάνθρωπος Θεός με την ψυχή που Τον πλησιάζει και Τον ζητάει με μεγάλη επιθυμία. Και πολύ περισσότερο ακόμα ο Θεός, που κινείται από τη δική Του αγάπη και τη δική Του καλοσύνη, δένεται με την ψυχή αυτή και γίνεται μαζί της ένα πνεύμα, όπως λέει ο απόστολος.

Όταν η ψυχή προσκολληθεί στον Κύριο, τότε και ο Κύριος, με το έλεος και την αγάπη Του, θα έρθει κοντά της και θα προσκολληθεί σε αυτήν. Και η σκέψη θα μένει, από κει και πέρα, αδιάλειπτα μέσα στη Χάρη του Κυρίου.

Τότε η ψυχή και ο Κύριος γίνονται ένα πνεύμα, μια ένωση, μια σκέψη. Και το σώμα του ανθρώπου βρίσκεται κάτω στη γη, αλλά η ψυχή του ζει ολόκληρη στην Ουράνια Βασιλεία. Ψηλά ως τον τρίτο ουρανό ανεβαίνει και ενώνεται με τον Κύριο και εκεί Του προσφέρει τις υπηρεσίες της η ψυχή του ανθρώπου.

Και Αυτός, που κάθεται στον ψηλό θρόνο της μεγαλοσύνης Του, στην πόλη του ουρανού, είναι ταυτόχρονα όλος κοντά της, στο σώμα της. Έβαλε την εικόνα της ψυχής αυτής στην ουράνια πόλη των αγίων, και τη δική Του εικόνα, την εικόνα του άφατου φωτός της θεότητας, την τοποθέτησε μέσα στο σώμα της. Αυτός την υπηρετεί στην πόλη του σώματος και εκείνη Τον υπηρετεί στην πόλη τ’ ουρανού. Η ψυχή παίρνει τα πλούτη που έχει ο Θεός στον ουρανό και Αυτός παίρνει την περιουσία που έχει εκείνη στη γη, γιατί ο Κύριος γίνεται κληρονόμος της ψυχής και η ψυχή κληρονόμος του Κυρίου.

Η σκέψη και ο νους, και των αμαρτωλών ακόμα ανθρώπων, που ζουν στο σκοτάδι, μπορεί να ταξιδεύει και να πηγαίνει πολύ μακριά από το σώμα, μπορεί μέσα σε μια στιγμή να βρεθεί στις πιο μακρινές πατρίδες. Και πολλές φορές, ενώ το σώμα είναι στη γη, η σκέψη είναι σε άλλο τόπο, κοντά στον αγαπημένο ή στην αγαπημένη και βλέπει πως ζει εκεί μαζί του. 

Αν λοιπόν του αμαρτωλού η ψυχή είναι τόσο ανάλαφρη κι έχει φτερά και δε σταματούν το νου οι μακρινές αποστάσεις, σκέψου την ψυχή που φωτίστηκε από το Άγιο Πνεύμα, που είδαν το επουράνιο φως τα νοερά της μάτια και λυτρώθηκε τελείως από τα ανάξια πάθη, την ψυχή που η Χάρη τη δούλεψε και την καθάρισε. Η ψυχή αυτή είναι ολόκληρη στον ουρανό, μέσω του Πνεύματος, και υπηρετεί τον Κύριο και είναι ολόκληρη στο σώμα και Τον υπηρετεί και πάλι.

Και τόσο διευρύνεται πνευματικά, ώστε είναι παντού αυτή η ψυχή, παντού όπου θέλει κι όπου επιθυμεί να υπηρετεί το Χριστό.

Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος
http://inpantanassis.blogspot.

Η απλότητα και το να μη θεωρεί κανείς τον εαυτό του σπουδαίο, αγιάζουν την καρδιά


Η απλότητα και το να μη θεωρεί κανείς τον εαυτό του σπουδαίο, αγιάζουν την καρδιά και την καθιστούν α­πρόσβλητη από τον πονηρό. Απεναντίας, όποιος βρίσκεται μαζί με τον αδελφό του έχοντας μέσα του πονηρία, δεν θ' α­παλλαγεί από την καρδιακή λύπη. Μάταια είναι όλα τα έρ­γα εκείνου που, με πονηρή διάθεση, άλλα λέει και άλλα έ­χει μέσα στην καρδιά του.

Μη συνδεθείς με κανένα τέτοιον άνθρωπο, για να μη μολυνθείς από το δηλητήριό του. Κάνε συντροφιά με τους άκακους, για να πάρεις κάτι από τη δόξα τους και την αγνό­τητά τους. 

Μην αντιμετωπίσεις με πονηρία κανέναν άνθρω­πο, για να μην αχρηστέψεις τους (πνευματικούς) κόπους σου. Με όλους τους ανθρώπους να κρατάς την καρδιά σου καθαρή, και θα δεις την ειρήνη του Θεού να βασιλεύει μέ­σα σου. 

Γιατί όπως ακριβώς, όταν ο σκορπιός χτυπήσει κά­ποιον, το δηλητήριό του διατρέχει ολόκληρο το σώμα και προσβάλλει την καρδιά του ανθρώπου, έτσι προσβάλλει την καρδιά και η κακία εναντίον του πλησίον. Γιατί το δηλητή­ριό της μολύνει την ψυχή, που κινδυνεύει έτσι (να χαθεί) α­πό την πονηρία. 

Όποιος λοιπόν λυπάται τους κόπους του και δεν θέλει να χαθούν, πετάει γρήγορα από πάνω του αυ­τόν το σκορπιό, δηλαδή την πονηρία και την κακία.

Του Αββά Ησαΐα
http://inpantanassis.blogspot.