Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Η σωτηρία είναι εφικτή για όλους


Από το Γεροντικό

Χρόνια κράτησε ο διωγμός των χριστιανών. Ποτάμια χύθηκε το τίμιο αίμα των Μαρτύρων. Κι ήρθε κάποια στιγμή που η ειδωλολατρική μανία του αυτοκράτορα κορέστηκε, αφού είχε πια τελειωθεί μαρτυρικά και ο άγιος Επίσκοπος της Αλεξάνδρειας, ο Πέτρος.

-Δεν με έκρινε άξιο ο Κύριος να μαρτυρήσω για την πίστη, δίπλα στους αδελφούς  μου, σκεπτόταν ο Αντώνιος. Θα πορευτώ λοιπόν στη βαθιά έρημο για να δώσω την τελική μάχη με τον πονηρό μονολόγησε αποφασιστικά και κάτι σαν κρυμμένη υπερηφάνεια πήγε να σκιάσει την απόφαση του τούτης της χάρης. Σαν να ‘νιωσε κείνη την ώρα ο ασκητής πως ξεχωρίζει ο ερημίτης από πολλούς –σαν να ήταν η παλαίστρα της ερήμου ανώτερη μορφή χριστιανικής ζωής.

Τον πείραξε τούτος ο λογισμός, σαν αγκαθιών κάρφωμα βαθύ κι όρμησε τούτη η σκέψη να του πνίξει όλα τα λουλούδια  που η μαρτυρική του προαίρεση είχε συλλέξει όλα τα χρόνια του διωγμού. Έμπειρος όμως πια αγωνιστής γρήγορα κατανόησε πως είχε πάλι να κάνει με παγίδα αντίδικου.  Γι’ αυτό έπεσε σε βαθιά προσευχή.

-Κύριε, φανέρωσε μου, αν μέσα στην πόλη με τους θορύβους της μπορεί να φτάσει ο πιστός τα μέτρα τα πνευματικά που κατακτάει στη βαθειά έρημο ο ασκητής...

Δεν είχε ακόμα αποτελειώσει τούτο το αίτημα στον Πανάγαθο και φωνή ακούστηκε να του λέει: 

-Το Ευαγγέλιο είναι ένα για όλους τους ανθρώπους, Αντώνιε. Κι αν θέλεις να βεβαιωθείς, πως αν κάνει κάνεις το θέλημα του Θεού σώζεται και αγιάζεται όπου και να ‘ναι, πέρασε, καθώς φεύγεις από την Αλεξάνδρεια, από το μαγαζάκι του μπαλωματή, που είναι άσημο και φτωχικό. Είναι εκεί κάτω στο τελευταίο της πόλης παραδρόμι.

-Στο μαγαζάκι του μπαλωματή, Κύριε; Και ποιός εκεί μπορεί να με βοηθήσει, να ρίξει φως στο λογισμό;απάντησε απορημένος ο Αντώνιος.

-Θα σου εξηγήσει ο μπαλωματής, ξανάκουσε την ίδια φωνή.

-Ο μπαλωματής; Τι ξέρει αυτός ο άνθρωπος από αγώνες και πειρασμούς; Τι γνώρισε ο πτωχός βιοπαλαιστής, από της πίστης τις κορυφές κι απ’ την αλήθεια; Αναρωτήθηκε.

-Αντίρρηση όμως δεν μπόρεσε να ορθώσει στη θεία υπόδειξη. Γι’ αυτό μόλις ξημέρωσε πήρε το δρόμο που έβγαζε από την πόλη. Όπως του είχε υποδείξει ο Θεός, στάθηκε, καθώς συνάντησε το τελευταίο παραδρόμι, και βρήκε το μαγαζάκι του μπαλωματή.

Χαρούμενα και σεβαστικά ο απλός άνθρωπος τον υποδέχτηκε και τον ρώτησε:

-Σε τι μπορώ να σου φανώ χρήσιμος, Αββά; Αγράμματος κι άξεστος χωρικός είμαι, μα για το ξένο, όποιος και να’ ναι, ο ντόπιος χρήσιμος πάντα είναι.

-Ο Κύριος με έχει στείλει να με διδάξεις, είπε ταπεινά ο ασκητής.

Πετάχτηκε επάνω απορημένος ο φτωχός βιοπαλαιστής.

-Εγώ; Τι μπορώ εγώ ο αγράμματος να διδάξω την αγιοσύνη σου; Δεν ξέρω να’ χω κάνει στη ζωή μου τίποτα το καλό και το αξιόλογο, κάτι που να μπορεί να σταθεί αψεγάδιαστο, μπροστά στα μάτια του Θεού.

-Πες μου τι κάνεις για να περνάς την ημέρα σου; Ξέρει ο Θεός, αλλιώς Εκείνος ζυγίζει και κρίνει τα πράγματα, επέμενε ο Αντώνιος.

-Εγώ, Αββά, ποτέ δεν έκανα τίποτα το καλό, μονάχα που αγωνίζομαι σύμφωνα με τις άγιες εντολές του Ευαγγελίου. Κι ακόμα προσπαθώ ποτέ να μην ξεχνώ και να μην παραβλέπω τις ελλείψεις και την πνευματική ακαρπία μου. Καθώς λοιπόν δουλεύω ολημερίς σκέπτομαι και λέω στον εαυτό μου: Ταλαίπωρε άνθρωπε, όλοι θα σωθούν και μόνο εσύ άκαρπος μένεις. Εξαιτίας της αμαρτίας σου, το Άγιο Πρόσωπο Του ποτέ δεν θα αξιωθείς να δεις.

-Σ’ ευχαριστώ Κύριε, υψώνοντας τα δακρυσμένα μάτια του προς τον ουρανό ο ασκητής. Κι ενώ ο μπαλωματής στεκόταν απορημένος για τούτο το φέρσιμο, ο ασκητής τον αγκάλιασε στοργικά και τον αποχαιρέτησε λέγοντας:

-Σ’ ευχαριστώ και εσένα, άγιε άνθρωπε. Σ’ ευχαριστώ, γιατί με δίδαξες πως τόσο εύκολα, μονάχα με τον ταπεινό λογισμό καθένας ζει την χάρη του Παραδείσου.

Κι ενώ ο φτωχός μπαλωματής συνέχισε να κοιτάζει αμήχανα, χωρίς τίποτα απ’ όλα αυτά να καταλαβαίνει, ο Αντώνιος πήρε το ραβδί κι ωφελημένος τράβηξε το μονοπάτι που οδηγούσε βαθιά στην έρημο.

Βάδιζε με μόνη συντροφιά του ραβδιού του το χτύπημα. Βάδιζε κι η προσευχή του καυτή σαν της έρημης γης τη λάβα υψωνόταν ολόισια στον ουρανό.

Πορευόταν ολημερίς και προσευχητικά αναλογιζόταν το μάθημα που είχε πάρει εκείνη την ημέρα από το φτωχό μπαλωματή.

-Η ταπεινοφροσύνη! Αυτό λοιπόν είναι το γρήγορο στρατί για του Παράδεισου την πόρτα, έλεγε με το λογισμό. Η ταπεινοφροσύνη είναι η στολή που ντύθηκε ο Θεός κι ήρθε στη γη σαν άνθρωπος, μονολογούσε ο Αντώνιος κι αγωνιζόταν να συλλάβει το μεγαλείο τούτης της άγιας αρετής.

Βάδιζε, προσευχόταν και στο νου του έφερνε όσα τον είχε διδάξει ο Θεός, ώσπου έξαφνα μπροστά του αντίκρισε ριγμένο καταγής πλήθος αναρίθμητο από πρωτόγνωρες παγίδες. Παγίδες κάθε είδους, επινοήσεις φοβερές, πανούργου νου πρωτότυπα εφευρήματα.

-Θεέ μου, αναφώνησε κι έστρεψε τρομαγμένο το βλέμμα και την ψυχή του στον ουρανό. Ποιός θα μπορούσε Κύριε να ξεφύγει ποτέ, από τέτοια εφευρήματα και πανουργίες;

Η ταπεινοφροσύνη, Αντώνιε. Αυτή μπορεί με μιας όλες αυτές να τις διαλύσει, ακούστηκε πάλι η γλυκιά, η γνώριμη φωνή βαθιά μεσ’ την καρδιά του. Κι ήταν αυτή η απάντηση που έχυσε μέσα του φως και του έδωσε κουράγιο για τις καινούργιες μάχες, που έμελλε βαθιά στην έρημο να δώσει, με του ανθρώπου τον προαιώνιο εχθρό.

http://isagiastriados.com/

Ακοή χωρίς εφαρμογή


Από το Γεροντικό

Πήγε κάποτε στον Αββά Φήλικα ένας αδελφός, έχοντας μαζί του και μερικούς κοσμικούς. Παρακάλεσε, λοιπόν, τον Αββά να τους πει ωφέλιμο λόγο. Ο γέροντας όμως σώπαινε. Ο αδελφός συνέχισε να τον παρακαλεί ώρα πολλή, οπότε εκείνος τους είπε:
- Θέλετε ν’  ακούσετε ψυχωφελή λόγο;
- Ναι, Αββά, αποκρίθηκαν.
- Δεν υπάρχει πια λόγος, είπε ο γέροντας. Γιατί όταν οι αδελφοί ρωτούσαν τους γέροντες και έκαναν όσα εκείνοι τους συμβούλευαν, ο Θεός έδινε λόγο, για να ωφεληθούν εκείνοι που ρωτούσαν. Τώρα όμως, επειδή ρωτάνε αλλά δεν εφαρμόζουν όσα ακούνε, πήρε ο Θεός τη χάρη του λόγου από τους γέροντες. Δεν βρίσκουν πια τι να πουν, γιατί δεν υπάρχει εργάτης της αρετής.
Όταν τον άκουσαν οι επισκέπτες, αναστέναξαν και είπαν:
- Προσευχήσου για μας, Αββά.

http://isagiastriados.com/

Αγώνας έως τέλους


Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Σισώη:
- Τι να κάνω, αββά που έπεσα;
Του λέει ο γέροντας:
- Να σηκωθείς.
- Σηκώθηκα και ξανάπεσα.
- Να σηκωθείς πάλι και πάλι.
- Μέχρι πότε;
- Μέχρι που να σε βρει ο θάνατος είτε στο καλό είτε στην πτώση. Γιατί σ’ όποια κατάσταση βρεθεί τότε ο άνθρωπος, σ’ αυτή και φεύγει.

Από το Ευεργετινό
http://isagiastriados.com/

Ο "οφθαλμός" του Θεού και τα μάτια των ανθρώπων


Διαφορετικά βλέπουν τά μάτια τῶν ἀνθρώπων καί διαφορετικά ὁ Θεός. Λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Εἶδα ἄνθρωπον πού φανερά ἁμάρτησε, ἀλλά μυστικά μετενόησε. Καί αὐτόν πού ἐγώ τόν κατέκρινα ὡς ἀνήθικον, ὁ Θεός τόν θεωροῦσε ἁγνόν, διότι μέ τήν μετάνοιάν του Τόν εἶχε ἐξευμενήσει πλήρως».

Εἰς τήν παροῦσαν ζωήν, ὁ ἕνας, μικρός ἤ μεγάλος, θά κρίνεται πάντοτε ἀπό τούς ἄλλους. Εἰς τήν μέλλουσαν ὅμως ζωήν, οἱ πολλοί, δηλαδή οἱ πάντες, θά κριθοῦμε ἀπό τόν Ἕναν! Τόν Θεόν. Ἡ ἀπόφασις διά τούς πολλούς θά εἶναι τότε ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Ἑνός. Ἐδῶ, εἰς αὐτήν τήν ζωήν, οἱ κρίσεις τῶν ἀνθρώπων διά τούς ἄλλους στηρίζονται σέ ὅ,τι βλέπουν μόνον ὡς θεατές. Ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ δι᾽ ὅλους μας ὅμως, βασίζεται εἰς ὅσα Ἐκεῖνος γνωρίζει, ὡς τέλειος καρδιογνώστης.

Δέν πρέπει ποτέ νά κρίνωμε, οὔτε νά περιφρονοῦμε κανέναν. Λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἄν βλέπῃς τόν ἀδελφόν σου εἰς τόν δρόμον τῆς ἁμαρτίας, ρίψε εἰς τούς ὤμους του τόν μανδύαν τῆς ἀγάπης σου», καί πρέπει «νά ἀγαπᾶμε τόν ἁμαρτωλόν, καί νά μισοῦμε μόνον τήν ἁμαρτίαν». Εἰς τά σπλάχνα οἰκτιρμῶν πού ζητοῦμε ἀπό τόν Θεόν διά τίς ἰδικές μας ἁμαρτίες, ὀφείλομε νά καταθέσωμε καί τήν ἰδικήν μας εὐσπλαχνίαν πρός τούς συνανθρώπους μας. Καί ἄς μήν λησμονοῦμε, ὅτι εἴμεθα ὅλοι ἁμαρτωλοί καί φέρομε μέσα μας τήν ἀνθρωπίνην πεπτωκυῖαν φύσιν μας, τήν πεσμένην φύσιν μας. Εἰς τό σφάλμα πού ἔπεσε σήμερα κάποιος, αὔριο ἠμπορεῖ νά πέσωμε ἐμεῖς.

http://agiameteora.net

Το Συναξάρι της ημέρας


Τελώνου και Φαρισαίου (Αρχή Τριωδίου)
Άγιος Τρύφων ο Μάρτυρας
Όσιος Βασίλειος Α' ο Ομολογητής Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Άγιος Αναστάσιος ο Νεομάρτυρας εκ Ναυπλίου
Όσιος Πέτρος ο εν Γαλατία
Όσιος Βενδιμιανός
Όσιος Τιμόθεος ο Ομολογητής
Άγιος Θεΐων και Δύο παιδιά
Άγιος Καρίων ο Μάρτυρας
Άγιοι Περπέτουα, Σάτυρος, Ρευκάτος, Σατουρνίλος, Σεκούνδος και Φιλικητάτη οι Μάρτυρες
Αγία Bridgit (Ιρλανδή)
Όσιος Αντώνιος ο Ερημίτης
Άγιος Ηλίας ο Μεγαλομάρτυρας
Άγιοι Αδριανός, Πολύευκτος, Πλάτων και Γεώργιος οι Μάρτυρες εν Μεγάροις
Άγιος Πέτρος ο Ιερομάρτυρας
Ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού του Σωτήρος Χριστού εν Αρμουλαδή
Προεόρτια της Υπαπαντής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού
Άγιοι Γεώργιος Αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης, Συμεών ο Νέος Στυλίτης και Δαβίδ ο Μοναχός

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ


Ο δεύτερος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο είναι ο κουτσός Φεβρουάριος ή Φλεβάρης, ο Κουτσοφλέβαρος, με 28 ημέρες στα κοινά έτη και 29 στα δίσεκτα, κάθε τέσσερα χρόνια (χρονολογίες που διαιρούνται ακριβώς με το 4, όπως 2008, 2012, 2016 κ.ο.κ.).

Στα λατινικά η λέξη Φεβρουάριος (februarius) προέρχεται από το ουσιαστικό februum, που σημαίνει καθαρμός, κάθαρση, λόγω των θρησκευτικών εορτών εξαγνισμού και καθαρμού (Februa ή Februatio) που τελούνταν στη Ρώμη στη διάρκεια του μήνα. Στην Ελλάδα έχει πάρει και διάφορες άλλες ονομασίες σχετικές τη μικρή του διάρκεια: Μικρός, Κουτσός, Φλιάρης, Γκουζούκης και Κούντουρον (< ποντιακά κοντή+ ουρά). Το Φλεβάρης προέρχεται από τις «φλέβες», δηλαδή τα υπόγεια νερά που αναβλύζουν στη διάρκειά του από τις πολλές βροχές, ενώ η γιορτή του Αγίου Τρύφωνα την 1η του μήνα του έδωσε και το όνομα «Αϊ-Τρύφωνας».

Δίσεκτο Έτος

Η προσθήκη μιας επί πλέον ημέρας των δίσεκτων ετών ξεκίνησε το 44 π.Χ. όταν ο Ιούλιος Καίσαρ άλλαξε το ρωμαϊκό ημερολόγιο με τη βοήθεια του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη από την Αλεξάνδρεια. Ο Σωσιγένης, βασισμένος στους υπολογισμούς του πατέρα της αστρονομίας Ίππαρχου (ο οποίος έναν αιώνα νωρίτερα είχε προσδιορίσει ότι το ηλιακό ή τροπικό έτος έχει διάρκεια ίση με 365,242 ημέρες), θέσπισε ένα ημερολόγιο του οποίου τα έτη είχαν 365 ημέρες, ενώ σε κάθε τέταρτο έτος πρόσθεταν ακόμη μία ημέρα, μετά την «έκτη προ των καλενδών του Μαρτίου», που ονομαζόταν «bis sextus». Έτσι η ημέρα αυτή, επειδή μετριόταν δύο φορές, ονομάζεται ακόμη και σήμερα «δις έκτη» και το έτος που την περιέχει «δίσεκτο».

Η παρανόηση του λαού ότι τα δίσεκτα έτη είναι «γρουσούζικα» («κι αν έρθουν χρόνια δίσεχτα και μήνες οργισμένοι» όπως λέει το δημοτικό τραγούδι) ίσως να προέρχεται από τη λανθασμένη αντίληψη της ετυμολογίας και της ορθογραφίας του πρώτου συνθετικού της λέξης «δίσεκτο». Δηλαδή αντί του σωστού «δις» (που σημαίνει δύο φορές) να εννοείται λανθασμένα το αχώριστο προθεματικό μόριο «δυς» που έχει την έννοια της δυστυχίας, «της δυσκολίας, της κακής καταστάσεως ή του απευκταίου αποτελέσματος». Αρχικά, πάντως, ο Φεβρουάριος είχε 29 ημέρες στα κοινά και 30 ημέρες στα δίσεκτα έτη, το 4 π.Χ. όμως ο αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος που αφαίρεσε μία ημέρα, την οποία πρόσθεσε στο μήνα Αύγουστο που έφερε το όνομά του.

Λαογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Urueña almendro1 lou.jpg

Αγία Φιλοθέη
Παρ’ όλα αυτά ο Φεβρουάριος με τις ανθισμένες αμυγδαλιές είναι επίσης και προπομπός της άνοιξης, όπως μας λέει και η παροιμία: «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει». Και μαζί με την οργιάζουσα φύση έρχονται και οι οργιαστικές τελετουργίες της Αποκριάς. Όπως αναφέρει ο Χριστόφορος Μηλιώνης:

Οι μικροί εν δράσει
«Κύριο χαρακτηριστικό των εορτών αυτών είναι η μεταμφίεση (μασκαράδες, καρναβάλια), το γλέντι, οι βωμολοχίες και τα σκώμματα, που σκοπό έχουν να ξυπνήσουν τις δυνάμεις της γονιμότητας. Αρχίζουν με το Τριώδιο, κορυφώνονται τις Αποκριές (την Κυριακή της Κρεοφάγου και, κυρίως, της Τυρινής) και τερματίζονται την Καθαρή Δευτέρα, με έξοδο στο ύπαιθρο, με φαγοπότι και “σαρακοστιανά” (λαγάνες, δηλαδή άζυμα, παστά ψάρια, ταραμά, τουρσιά, φρέσκα κρεμμυδάκια και σκόρδα), με χορούς και χαρταετούς».
— Χριστόφορος Μηλιώνης
Η αρχή του Τριωδίου αναγγελλόταν με πυροβολισμούς και με ταμπούρλα και γινόταν ιδιαίτερα αισθητή την Τσικνοπέμπτη. Όπως αναφέρει ο Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης,

«την Τσικνοπέμπτη, σφάζονται σε πολλά μέρη τα χοιρινά, κυρίως στη νότια Ελλάδα και σε ορισμένα νησιά. Το Σάββατο όμως της ίδιας εβδομάδας, καθώς και τα δύο επόμενα Σάββατα, της Τυρινής και εκείνο της πρώτης εβδομάδας της Σαρακοστής, των Αγίων Θεοδώρων, είναι αφιερωμένα στη μνήμη των πεθαμένων. Στα Ψυχοσάββατα αυτά φαίνεται ότι συνεχίζεται αρχαία συνήθεια, αν λάβουμε υπόψη ότι στα Ανθεστήρια, που τελούνταν στην αρχαία Αθήνα την ίδια περίπου εποχή που σήμερα είναι οι Αποκριές, η τρίτη ημέρα, οι Χύτροι, ήταν ημέρα των ψυχών, με προσφορές πανσπερμίας στους νεκρούς και σπονδές από νερό πάνω στους τάφους».
— Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης
Στα Ψυχοσάββατα οι ψυχές κάθονται επάνω στα δέντρα και τα βλαστάρια του αμπελιού, γι’ αυτό δεν κόβουν ως τότε βλαστάρια, μήπως πέσουν οι ψυχές που είναι καθισμένες επάνω σε αυτά και κλάψουν. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Δημητροκάλλη, «τούτο το κάθισμα των ψυχών πάνω στα δέντρα έχει ρίζες προχριστιανικές, κι έχουμε παραστάσεις αρχαίες, κι ακόμα και χριστιανικές, κι ας μην το ‘χει στις διδαχές του ο χριστιανισμός. Αυτό γιατί αυτές οι δοξασίες είναι πανάρχαιες και οικουμενικές, αποκαλούν μάλιστα των φύλλων του δάσους το θρόισμα, ψυχοθρόισμα, μουρμούρισμα των ψυχών».

Τα έθιμα της Αποκριάς έχουν όμως πολλές προεκτάσεις πέρα από τον ανανεωτικό, γονιμικό και θρησκευτικό χαρακτήρα τους. Όμως αναφέρει ο Λευτέρης Αλεξάκης, «ιδιαίτερα η τελευταία μεγάλη Αποκριά (της Τυρινής) δίνει την ευκαιρία να αναζωογονηθούν και να ενισχυθούν οι οικογενειακοί και γενικότερα οι συγγενικοί δεσμοί, να εκφραστεί ο σεβασμός των νεοτέρων προς τους ηλικιωμένους, ιδιαίτερα των νυφάδων προς τα πεθερικά, να σμίξουν απομακρυσμένοι συγγενείς και να περάσουν ευχάριστα λίγο πριν από τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής».

Αλλά και η επόμενη ημέρα, η Καθαρά Δευτέρα, παρ’ όλα τα νηστίσιμα φαγητά της, δεν είναι παρά «μία προέκταση της αποκριάτικης περιόδου, με κύρια στοιχεία την αθυροστομία, τα αλληλοπειράγματα, τα σκώμματα, τη σάτιρα, που σε κανέναν δεν προκαλούν ενόχληση, αλλά, αντίθετα, όλοι τα επιδιώκουν, για το καλό», όπως αναφέρει ο Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης. Κι έτσι με γέλιο και τραγούδια και το πέταγμα χαρταετών αποχαιρετούσαν την Αποκριά: «Επέρασε η Αποκριά με λύρες με παιχνίδια/ και μπήκε η Σαρακοστή μ’ ελιές και με κρομμύδια» και «Τ’ ακούτε τι παράγγειλε η Καθαρή Δευτέρα;/ Πεθαίν’ ο Κρέας, πέθανε, ψυχομαχάει ο Τύρος/ σηκώνει ο Πράσος την ουρά κι ο Κρέμμυδος τα γένεια/ Μπαλώστε τα σακούλια σας, τροχίστε τα λεπίδια/ στον τρανό τον πλάτανο να μάσουμε Στεκούλα».

Εορτές
Οι κραιπάλες όμως της Αποκριάς εξαγνίζονται με τα Συμόγιορτα, ένα τριήμερο αφιερωμένο σε τρεις αγίους: τον Αϊ-Τρύφωνα την 1η, την Υπαπαντή στις 2 και του Αϊ-Συμιού (Αγίου Συμεών) στις 3 του μήνα. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο καιρός την ημέρα της Υπαπαντής μπορεί να βοηθήσει στην «πρόβλεψη» των μεταβολών του καιρού που θα ακολουθήσει: «Καλοκαιρία της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας» και «Ό,τι καιρός κάμει στη Παπαντής, θα τον κάμει σαράντα μέρες». Τον Φεβρουάριο γιορτάζει επίσης και ο Άγιος Χαράλαμπος (στις 10 του μήνα), ο οποίος θεωρείται ότι προστατεύει από την πανώλη, ενώ στις 19 γιορτάζει η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία, ανήμερα του μαρτυρικού της θανάτου το 1589. Το σπίτι της βρισκόταν στη θέση του σημερινού μεγάρου της Αρχιεπισκοπής, ενώ το διατηρημένο λείψανό της φυλάσσεται σήμερα στο μητροπολιτικό ναό της Αθήνας.

http://el.wikipedia.org/wiki/Φεβρουάριος

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


«Ἡ ταπείνωση ἐπειδὴ ἐκ φύσεως ἀνυψώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ ἔχει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀφανίζει σχεδὸν ὅλα τὰ κακὰ ποὺ ὑπάρχουν μέσα μας καὶ τὰ ὁποία μισεῖ ὁ Θεός, εἶναι δυσκολοκατόρθωτη. Καὶ μπορεῖς νὰ βρεῖς σὲ ἕναν ἄνθρωπο μερικὴ ἐργασία πολλῶν ἀρετῶν, ἂν ὅμως ζητήσεις καὶ μυρωδιὰ μόνο ταπεινώσεως, μόλις ποὺ θὰ τὴν βρεῖς. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχουμε μεγάλη ἐπιμέλεια, ὥστε νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἁγία ταπείνωση».

Ἅγιος Ἠσύχιος