Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2020

Όσοι βαπτισθήκαμε στο όνομα του Χριστού


...Γνωρίζετε, αδελφοί, ότι όσοι βαπτισθήκατε στο όνομα του Χριστού, ντυθήκατε τον Χριστό. Πώς λοιπόν, ενώ ντυθήκατε τον Χριστό, υπηρετείτε τον Διάβολο; Δεν γνωρίζετε ότι είμαστε εικόνα και δόξα του Θεού;
Πώς λοιπόν, ενώ φοράτε την εικόνα του Θεού, δεν την τιμάτε αυτήν, αλλά την ατιμάζετε με τις ειδωλολατρικές ασχολίες;
Ω, πόσα αγαθά στερούμαστε εξαιτίας αυτών των ασχολιών; Προστάχθηκες, αδελφέ, από τον Απόστολο, να τα κάνεις όλα για τη δόξα του Θεού, εσύ όμως με τις ειδωλολατρικές ασχολίες δίνεις χαρά στον Διάβολο, και ατιμάζεις τον φιλάνθρωπο Θεό. Παροτρύνθηκες να προσεύχεσαι αδιάκοπα, εσύ όμως αδιάκοπα δίνεις τον εαυτό σου στα μάταια· προστάχθηκες να αρνηθείς τις κοσμικές επιθυμίες, έλαβες εντολές από τον Δεσπότη να μη δίνεις τον εαυτό σου στα μάταια, εσύ όμως δεν προσέχεις σ’ αυτά, αλλά απεναντίας στρέφεις αλλού τα αυτιά σου· έπειτα όμως θα το βρεις αυτό το άκουσμα πικρότερο από τη χολή και κοφτερότερο από ένα δίκοπο μαχαίρι. Διότι τέτοια είναι η φύση της αμαρτίας: ευχαριστεί λίγο και τιμωρεί πολύ· τέρπει προσωρινά και τιμωρεί αιώνια.
Θέλετε να σας πείσω ότι είναι ειδωλολατρία το να διασκεδάζει κανείς;
Άκουσε τί λέει ο Απόστολος· «Μη γίνεσθε ειδωλολάτρες, όπως είναι γραμμένο· κάθισε ο λαός να φάει και να πιει, και σηκώθηκαν να διασκεδάσουν».
Πρόσεχε λοιπόν μήπως ποθώντας να διασκεδάζεις, βρεθείς εκεί με τους ειδωλολάτρες· διότι ο καθένας θα σηκώσει το δικό του φορτίο, και ο καθένας θα θερίσει αυτό που έσπειρε. Πρόσεχε μήπως εδώ σπέρνεις αγκάθια, δηλαδή αστειότητες και διασκεδάσεις, και εκεί θερίσεις δάκρυα και θρήνους.

Πολλά έχω να πω, αλλά δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να τα πω όλα. Ας ξέρει όμως ο καθένας μας αυτό, ότι δηλαδή ο Θεός όρισε και έταξε μέρα κατά την οποία θα κρίνει τον κόσμο· τώρα όμως μακροθυμεί ως φιλάνθρωπος, επειδή δεν θέλει να χαθεί κανείς, αλλά όλους να τους οδηγήσει σε μετάνοια.
Και θα έρθει η μέρα του Κυρίου, για την οποία οι ουρανοί πυρακτωμένοι θα διαλυθούν, όπως είναι γραμμένο.
Και όλοι, είτε θέλουμε είτε δεν θέλουμε, θα συναχωθούμε εκεί, για να παρουσιασθούμε στο βήμα του Χριστού, όπου και οι Άγγελοι παρουσιάζονται με φόβο, όπου ανοίγονται βιβλία, που τώρα ακούοντας και διαβάζοντας δεν τα δεχόμαστε. Αυτά θα τα δούμε εκεί να ανοίγονται και να διαβάζονται και να μας κατακρίνουν, όπως λέει ο Απόστολος· «κατά τη μέρα που θα κρίνει ο Θεός τα κρυφά των ανθρώπων σύμφωνα με το ευαγγελικό μου κήρυγμα». Και ο Κύριος λέει· «Ο λόγος που κήρυξα, εκείνος θα κρίνει τον κόσμο την έσχατη μέρα».
Τότε θα πουν σ’ αυτόν οι άγγελοι που τον κρατούν· «Γιατί δειλιάζεις, ελεεινέ; Γιατί ταράζεσαι; Γιατί λυπάσαι; Γιατί φοβάσαι, άθλιε; Γιατί τρέμεις, ταλαίπωρε; Εσύ ετοίμασες για τον εαυτό σου αυτό τον τόπο, εσύ θέρισε αυτό που έσπειρες. Άκουγες για τις φοβερές τιμωρίες, και κοροϊδεύοντας έλεγες· “Όπου ο κόσμος και εγώ”, και τώρα τρέμεις; Δεν είσαι ο μόνος· μη λυγίζεις· όπου όλος ο κόσμος και συ».
Έπειτα μπαίνοντας σ’ εκείνο τον τόπο ακούσια και άθελα, και βασανιζόμενος σκληρά, αρχίζει να βγάζει λυπητερές κραυγές και να παρακαλεί εκείνους που εποπτεύουν για την κρίση, για να βρει ανακούφιση, έστω και για λίγο. Και του απαντούν· «Γιατί κραυγάζεις; Μήπως εσύ είσαι ανώτερος από τον κόσμο; Όπου όλος ο κόσμος και εσυ, όπως έλεγες».
Και τότε, αφού στενάξει από τα βάθη της καρδιάς του, θα λέει· «Και τί με ωφέλησε όλος ο κόσμος; Αλίμονο μου, διότι εξαπατήθηκα και περιπαίχθηκα. Δίκαια είναι η κρίση του Θεού. Τώρα κατάλαβα εγώ ο άθλιος ότι αυτό που σπέρνει ο άνθρωπος, αυτό και θα θερίσει, και το φορτίο που θα δέσει, αυτό και θα σηκώσει. Αλίμονο μου, διότι άκουσα, και δεν δεχόμουν. Πόσους έβλεπα να αγωνίζονται και να αγρυπνούν και να νηστεύουν και να ελεούν, και όλους τους λοιδορούσα και τους χλεύαζα! Πόσους έβλεπα να πενθούν και να κλαίνε, και όλους τους περιγελούσα! Αλίμονό μου, διότι εξαπατήθηκα. Ήταν δηλαδή συμφέρον μου εκατό χρόνια να πενθήσω και να κλάψω και να νηστέψω, και ήταν προτιμότερο και πέτρες να μασήσω, παρά να βρεθώ σ’ αυτό τον τόπο των βασανιστηρίων. Ποιός θα μου δώσει καιρό μετάνοιας, τρεις μέρες εκείνης της ζωής που ανόητα σπατάλησα ο άθλιος; Όμως η πανήγυρη διαλύθηκε, και δεν υπάρχει πια καιρός μετάνοιας».
Αυτά και τα παρόμοια θα λένε στην κόλαση όσοι εδώ χλευάζουν τις ιερές Γραφές. Ας φοβηθούμε λοιπόν την απειλή εκείνων των τιμωριών και ας σταματήσουμε να ατιμάζουμε τον Θεό· διότι σ’ αυτόν αρμόζει η δόξα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Οσίου Εφραίμ του Σύρου, Έργα τόμος Δ΄

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου