Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καὶ ὁ πονεμένος Σωτήρης!


Ἦταν ἕνα δροσερὸ φθινοπωρινὸ ἀπόγευμα. Τὸ ἡλιοβασίλεμα ἀρκετὰ γλυκὸ σὰν αὐτὰ τοῦ καλοκαιριοῦ ποῦ δύσκολα ξεχνιοῦνται ὅλον τὸν χρόνο. Μόνο ποῦ τώρα πιά, τὰ ξερὰ φύλλα τῆς γέρικης λεύκας βρίσκονταν σκόρπια στὸ μικρὸ ἀνηφορικὸ μονοπάτι, ποῦ ὅδηγεϊ στὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἄγ. Παρασκευῆς. Οἱ πρῶτες διστακτικὲς σταγόνες τῆς βροχῆς μετὰ ἀπὸ τὴν κάψα τοῦ θέρους ἔμοιαζαν νὰ μὴν λυποῦνται ποῦ πέφτουν τόσο νωρίς, θυμίζοντας ὅτι μπῆκε μιὰ νέα ἐποχὴ τοῦ χρόνου. Τὸ χῶμα ἄρχισε νὰ ὑγραίνει, ἐνῶ τὰ πουλιά, ποῦ ἂπ' ὥρα εἶχαν προαιοθανθεϊ τὸ πρωτοβρόχι, πετοῦσαν γιὰ τελευταία φορὰ πρὸς τὴν δύση τοῦ ἡλίου ἀποχαιρετώντας τὸ καλοκαίρι. Καὶ αὐτὸ μὲ τὴ σειρά του, τοὺς ἔγνεφε καὶ τοὺς τραγουδοῦσε γλυκὰ ὅτι θὰ ξανάρθει. Τὰ πεῦκα μοσχοβολοῦσαν σὰν θυμιατήρια, καθὼς ἢ βροχή, ποῦ ὅλο καὶ δυνάμωνε, τὰ δροσόλουζε. Κάπου παράμερα κι ὃ γερὸ-πλάτανος, ὃ κατεργάρης ἔμοιαζε νὰ ἕτοιμαζή τα κλωνάρια τοῦ -τὰ «σπαθιά» του- γιὰ νὰ παλαίψη μὲ τὸν ἄνεμο.Τὸν δρόμο γιὰ τὸ ξωκκλήσι εἶχε πάρει ἕνα παλληκάρι. Περπατοῦσε σὰν γέρος παρὰ τὰ νειάτα του καὶ ἢ καρδιὰ τοῦ ἦταν τόσο μαύρη ἂπ' τὴν λύπη ποῦ δὲν τοϋ'δίνε κουράγιο οὔτε νὰ κλάψει, θύμιζε καράβι δίχως πανιὰ ποῦ βολοδέρνεται ἀδιάκοπα ἀπὸ τὰ ἀφρισμένα κύματα τῆς ἀπόγνωσης, ἕτοιμο νὰ βουλιάξει. Ὅμως παρὰ τὴν θλίψη, ὃ Σωτήρης ἐϊχε κάτι ποῦ τοϋ'δίνε δυνάμεις ν' ἀνηφορίσει: τὴν ἐλπίδα. Τὸ γραφικὸ ἐκκλησάκι ἐκεῖ πάνω στὴν βουνοπλαγιὰ ἦταν πραγματικὸ καταφύγιο. Ἢ πληγωμένη καρδιὰ τοῦ νέου σταμάτησε γιὰ λίγο τὴν μελαγχολική του σιωπὴ καὶ ἀφέθηκε στὸ δροσερὸ ἀεράκι ποῦ ὅλο καὶ ξεθάρρευε.

Τὸ ξωκκλήσι ξεπρόβαλε ἀνάμεσα στὰ ψηλὰ κυπαρίσσια ποῦ λίκνιζαν τὶς κορυφές τους στὰ σφυρίγματα τοῦ ἄνεμου, ἐνῶ τὰ σπουργιτάκια πέταγαν τριγύρω μπᾶς καὶ βροῦν κανένα σκουλικάκι γιὰ τὰ μικρά τους.

Ὃ Σωτήρης ἄνοιξε τὴν σιδερένια πόρτα καὶ ἔκανε τὸν Σταυρό του. Τὰ καντηλάκια μὲ τὸ λιγοστό τους φῶς χρωμάτιζαν κατανυκτικὰ τὶς εἰκόνες τῶν Ἁγίων, τὴν ὥρα ποῦ ὃ ἥλιος ἔδυε ἀργὰ καὶ προσκαλοῦσε τὸ βραδάκι γιὰ νὰ σκεπάσει αὐτό, τώρα, μὲ τὸ πέπλο τοῦ τὴν φύση.
Τὸ παλληκάρι προσκύνησε τὶς εἰκόνες μιὰ-μιά, ξεχάστηκε γιὰ λίγο μπρὸς στὸ ἀναμμένο κερὶ καὶ μετὰ ἔστρεψε τὸ βλέμμα του πρὸς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Στὰ μάτια τῆς εἶδε τὸ Ἀπέραντο Βλέμμα τῆς Ἐλπίδος των .Ἀπηλπισμένων καὶ τοϋ'δῶσε παρηγοριά. Τόσο θερμὴ ἦταν ἢ παρηγοριὰ αὐτή, ποῦ καὶ ἢ ψυχὴ τοῦ ἀκόμα πετάχθηκε ἂπ' τὸν λήθαργό της λύπης καὶ ξέσπασε σ' ἕνα ἀσταμάτητο κλάμα. Τὰ δάκρυα στὰ μάτια τοῦ Σωτήρη σχημάτιζαν ἕνα ποταμάκι ποὺ λὲς κι ἔτρεχε γιὰ νὰ δροσίσει τὰ ὠχρά του μάγουλα. Ὕστερα, ὃ νέος ἄνοιξε ἕνα διπλωμένο χαρτὶ ποῦ ἐϊχε στὴν τσέπη του καὶ ἄρχισε νὰ διαβάζει αὐτὰ ποῦ τοΰ'χὲ δώσει λίγο πρὶν κοιμηθεῖ ὃ Γέροντας:

«Δέσποινά μου Θεοτόκε, ἢ ἔλπίς μου, ἢ ἰσχύς μου, ἢ θερμή μου προστασία, σκέπη καὶ καταφυγή μου

Ἐκ ψυχῆς συντετριμμένης. Δέσποινα ἀναβοῶν Σοί, προφθασαν, ἀντιλαβού μου, σῶσον μέ, ἔκδυσωπώ Σε».

Τὰ μάτια τοῦ -πνιγμένα στὰ δάκρυα-ἵκετευαν μέσα ἂπ' τὸ σκοτάδι τῆς ἀπελπισμένης ψυχῆς τὴν Ἁγνὴ Παρθένον, ἐνῶ τὰ χείλη ψέλλιζαν κι αὐτὰ ὅ,τι ἢ καρδιὰ τοὺς ὑπαγόρευε. Τὸ ποτάμι τοῦ Ἐλέους ἄρχισε νὰ περιδιαβαίνει τὰ σπλάγχνα τοῦ παλληκαριοΰ καὶ ν' ἀνακουφίζει τὴν διψασμένη ψυχή.
Μετὰ ἀπὸ λίγο, ὃ Σωτήρης σηκώθηκε, ἔσβησε τὸ κεράκι καὶ τράβηξε γιὰ τὸν δρόμο τοῦ γυρισμοῦ. Δὲν ἐϊχε ἀκόμη νυχτώσει, ὅταν ἐκεῖ μπροστὰ στὰ σκαλάκια -δίπλα στὸ μικρὸ καμπαναριὸ- πρόσεξε μιὰ ἀνθρώπινη φιγούρα. Τὴν προσπέρασε ὅμως, δίχως νὰ δώσει σημασία, ἀφοῦ νόμισε ὅτι τὸν προδιδαν τὰ δακρυσμένα μάτια του. Προχώρησε γιὰ λίγο μά... σταμάτησε στὸ ἄκουσμα μιᾶς φωνῆς.

- Σωτήρη. Σωτηράκη! Ἐγὼ εἶμαι παιδί μου!

Ὃ νέος γύρισε σαστισμένος καὶ ἀντικρυσε καθισμένον στὰ σκαλάκια τὸν Σεβασμιώτατο! Καὶ ἦταν ἔτσι ὅπως τὸν ἐϊχε γνωρίσει στὸ μοναστήρι του, ὅταν πήγαινε στὴν Αἴγινα. Μὲ τὸ ρασάκι του, τὸ καλλιμαύχι, μὲ τὸν Σταυρὸ στὸ στῆθος καὶ μὲ τὸ κομποσχοίνι στὰ χέρια του. Τὰ πόδια τοῦ σταυρωμένα, ἢ γενειάδα τοῦ πιὸ λευκὴ ἂπ' τὸ χιόνι, ἐνῶ τὰ μάτια τοῦ γεμάτα παρηγοριά, θάρρος κι ἐλπίδα.

- Μὴν φοβᾶσαι! Ὃ Πολυεύσπλαγχνος Κύριος καὶ ἢ Ὑπεραγία Θεοτόκος δὲν σὲ ξεχνοῦν. Ὅπως πάντα, ἔτσι καὶ τώρα εἶναι μαζί σου. Μὴν ἀπελπίζεσαι! Μόνον πίστευε! Ἢ πίστις εἶναι τὸ πᾶν παιδί μου, ἢ πίστις!... "Ἄντε, νάχεις τὴν εὐχή μου...

Χαμογέλασε παρηγορητικὰ στὸ παλληκάρι καὶ τὸ εὐλόγησε ἀπὸ μακριά. Ὃ Σωτήρης ἔκανε νὰ τὸν πλησιάσει μὰ δὲν τὸν πρόλαβε. Ὃ Γέροντας εἶχε φύγει... Τότε ἔριξε μιὰ ματιὰ στὸν οὐρανὸ καὶ εὐχαρίστησε τὸν Ἐπουράνιο Πατέρα, ἐνῶ ἂπ' τὰ χείλη τοῦ ξεγλίστρησε μιὰ φράση: ''Σ' εὐχαριστῶ Θεέ μου! Σ' εὐχαριστῶ Ἅγιε''!

'Ἀπὸ δίπλα του πέταξε ἕνα σπουργιτάκι καὶ τοῦ ψιθύρισε κάτι στ' αὐτί. Ναί: «Κύριος ποιμαίνει μὲ καὶ οὐδὲν μὲ ὕστερησει». Αὐτὸ τοῦ εἶπε καὶ πέταξε ψηλὰ σ' ἕνα δέντρο, γιὰ νὰ ἄναπαυθη καθὼς ἢ βραδιά το καλοῦσε στὴν ἀγκαλιά της...

http://salpismata.blogspot.com.eg/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου