Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Η πρόσκληση των Μαθητών στο αποστολικό έργο



Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή ἔχει ὡς θέμα της τό κάλεσμα τῶν πρώτων Μαθητῶν τοῦ Κυρίου στό ἔργο τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, γεγονός πού διηγοῦνται καί οἱ τέσσερεις Εὐαγγελιστές. Ὁ Χριστός, ἴσως γιά πολλοστή φορά, βρέθηκε στήν λίμνη Γεννησαρέτ, ἡ ὁποία ὀνομάζεται ἐπίσης θάλασσα τῆς Γαλιλαίας ἤ τῆς Τιβεριάδος. Πλήθη ἀνθρώπων εἶχαν ἔλθει γιά νά τόν ἀκούσουν ἐκεῖ. Ὁ Κύριος εἶδε στήν ὄχθη τῆς λίμνης τά ψαροκάϊκα τοῦ Πέτρου καί τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου, δηλαδή τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωάννου.
Ἀνέβηκε στό πλοιάριο τοῦ Πέτρου καί τόν παρακάλεσε νά ἀπομακρυνθεῖ λίγο ἀπό τήν ξηρά, γιά νά ἀκούγεται καλύτερα ἀπό τόν κόσμο, καί ἀφοῦ κάθησε, ἄρχισε νά διδάσκει ἀπό ἐκεῖ. Καθώς γνωρίζουμε ἀπό τήν Καινή Διαθήκη, δέν ἦταν ἡ πρώτη φορά πού ὁ Χριστός συναντοῦσε τούς μελλοντικούς Μαθητές Του. Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἀφηγεῖται ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶχε ἐπισκεφθεῖ τό σπίτι τοῦ Πέτρου στήν γειτονική Καπερναούμ καί εἶχε θεραπεύσει τήν πεθερά του. Καί ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέει ὅτι ὁ Ἀνδρέας, ὁ ἀδελφός τοῦ Πέτρου, καθώς καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης εἶχαν γνωρίσει τόν Κύριο ἀμέσως μετά τήν βάπτισή Του στόν ποταμό Ἰορδάνη. Ἐν τούτοις, οἱ κατοπινοί Ἀπόστολοι δέν ἦταν ἀκόμη ἕτοιμοι νά ἀκολουθήσουν ὁλοκληρωτικά τόν Χριστό. Ἐξακολουθοῦσαν νά ζοῦν σύμφωνα μέ τίς συνηθισμένες καθημερινές τους ἀσχολίες.
Ἡ ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ
Ὁ Κύριος, ἀφοῦ τελείωσε τήν ὁμιλία Του, ἀπευθύνθηκε στόν Πέτρο καί τόν πρόσταξε νά ξανοιχθεῖ στά βαθιά τῆς λίμνης καί νά ρίξει τά δίχτυα γιά ψάρεμα. Ἐκεῖνος, καί αὐτό εἶναι τό θαυμαστό ἐκ μέρους του, παρόλο πού γνώριζε καλά πόσο ἄστοχη ἀκούγεται αὐτή ἡ προσταγή, νά ψαρέψουν μιά τόσο ἀκατάλληλη ὥρα, ὅταν μάλιστα ὅλη τήν νύκτα, δηλαδή τόν κατάλληλο καιρό γιά ἁλιεία, δέν εἶχαν πιάσει ἀπολύτως τίποτε, ὄχι μόνο δέν ἔφερε ἀντίρρηση, ἀλλά ἔκανε ἀκριβῶς αὐτό πού τοῦ ζήτησε ὁ Χριστός. Ἀποτέλεσμα τῆς ὑπακοῆς του στό πρόσταγμα τοῦ Κυρίου ἦταν ἡ γνωστή θαυματουργική ἁλιεία, ἡ ὁποία ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ὁ Πέτρος ἀναγκάσθηκε νά εἰδοποιήσει καί τό ἄλλο πλοῖο, τῶν φίλων καί συνεταίρων του, Ἰακώβου καί Ἰωάννου, γιά βοήθεια. Τά δίχτυα ἀπό τό πλῆθος τῶν ἰχθύων ἄρχισαν νά σχίζονται. Τά ψάρια, μολονότι μοιράσθηκαν καί στά δύο πλοῖα, λίγο ἔλειψε νά προκαλέσουν ναυάγιο ἀπό τό πολύ βάρος.
Ἡ συναίσθηση τῆς ἀναξιότητος ἐνώπιον τῆς θείας μεγαλωσύνης
Ὁ Πέτρος ἀντιλήφθηκε ὅτι αὐτό πού συνέβη δέν ἦταν κάτι συνηθισμένο. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα σημεῖο, ἕνα ἔκτακτο καί μοναδικό γεγονός, μιά πρόσκληση πρός τόν ἴδιο, τόν Ἀνδρέα, τόν Ἰάκωβο, τόν Ἰωάννη νά ἀκολουθήσουν τόν Χριστό ὡς Μαθητές Του. Καί ἡ ἀπάντησή τους, διά στόματος τοῦ Πέτρου, δείχνει ὅτι εἶχαν ἀπόλυτη συναίσθηση τῆς κρισιμότητας τῆς περιστάσεως. Τούς κατέλαβε θάμβος, δέος, γι’ αὐτό ὁ Πέτρος πέφτει στά γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καί τοῦ ζητεῖ μέ τρόμο νά ἀποχωρήσει ἀπό τό πλοῖο του. Δέν θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἄξιο νά βρίσκεται κοντά στόν Κύριο.
Τώρα, ὅμως, ἔρχεται ἡ ὥρα τοῦ Ἰησοῦ γιά νά βγάλει τόν Πέτρο ἀπό τήν δύσκολη θέση καί νά ὁλοκληρώσει τήν πρόσκλησή Του πρός τούς μελλοντικούς Μαθητές καί Ἀποστόλους Του: Μή φοβᾶσαι, τοῦ λέει, ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς δέν θά ἁλιεύεις ψάρια, ἀλλά θά κερδίζεις ἀνθρώπους γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καί τότε ἐκεῖνοι ἄφησαν τά πάντα καί τόν ἀκολούθησαν.
Πρόσκληση τοῦ Θεοῦ σέ κάθε ἄνθρωπο
Ὁ Κύριος καλεῖ διαχρονικά κοντά Του κάθε ἄνθρωπο. Ζητεῖ νά Τόν ἀκολουθοῦμε μέ πιστότητα, μέ ἐμπιστοσύνη στήν ἀγάπη Του, μέ ταπεινό φρόνημα, γιά νά ὁδηγηθοῦμε ὄχι μόνο στήν θεογνωσία, ἀλλά καί στήν αὐτογνωσία. Αὐτή ἡ πρόσκληση ἐκφράζει τήν ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ νά βιώσουμε μιά οὐσιαστική σχέση μαζί Του. Νά ἀποκτήσουμε τήν πνευματική αἴσθηση ὅτι ἡ πίστη μας πρός Αὐτόν καί ἡ ὑπακοή στό θεῖο Του θέλημα μᾶς θεραπεύουν, ἐξαγιάζουν καί μεταμορφώνουν. Μᾶς κάνουν μετόχους τοῦ χαρίσματος τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας, κοινωνούς τῆς ἀρρήτου δόξης, τοῦ φωτός καί τῆς ἀθανασίας τοῦ Θεοῦ. Καί ἀκόμη, ἡ ἀνταπόκριση στήν πρόσκλησή Του μᾶς καθιστᾶ ἱκανούς νά εἴμαστε ἰσορροπημένοι, δίκαιοι καί εἰρηνικοί, ὅσον ἀφορᾶ στήν σχέση μας μέ τόν συνάνθρωπο, γιατί θέτουμε τόν Κύριο ὁδηγό καί διδάσκαλο τῆς ζωῆς μας.

Ἀρχιμ. Ν. Κ.
https://www.nyxthimeron.com/

Προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα




Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς συμβουλεύουν, μέσα στὸν μόχθο καὶ τὶς δραστηριότητες τῆς καθημερινότητος, νὰ διατηροῦμε καθημερινὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, τὴν διδασκαλία τῆς πίστεώς μας καὶ τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων. Ἡ καρδιακὴ προσευχή, ἡ μελέτη τῶν βιβλικῶν καὶ πατερικῶν κειμένων καὶ ἡ συχνὴ συμμετοχὴ στὴν λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μᾶς βοηθοῦν νὰ παραμένουμε στραμμένοι πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ μὴν ἀφήνουμε τὴν ψυχή μας νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς χαρᾶς της.
Ἰδιαιτέρως ἐπιμένουν οἱ Ἅγιοι στὴν συστηματικότητα: Οὔτε μία ἡμέρα χωρὶς προσευχή, χωρὶς μελέτη, χωρὶς μνήμη Θεοῦ.
Καὶ αὐτὸ διότι γνωρίζουν ἀπὸ τὴν πνευματική τους ἐμπειρία πόσο εὔκολα μεταβάλλεται ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ πόσο γρήγορα, ὅταν δὲν τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὴν Χάρη, ψυχραίνεται καὶ παρασύρεται. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀναζητᾶ ὑποκατάστατα σὲ πρόσκαιρες χαρὲς καὶ συνήθειες πού, ἐνῷ ὑπόσχονται νὰ τὸν χορτάσουν, τὸν ἀφήνουν διαρκῶς διψασμένο καὶ σταδιακὰ τὸν δεσμεύουν. Τότε οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς χάνουν τὸν προσανατολισμό τους καὶ ἡ ψυχὴ ὑποδουλώνεται στὰ πάθη.
Στὴν σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπή, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται στοὺς Κορινθίους μὲ πατρικὴ ἀγάπη καὶ ἀνησυχία. Τοὺς καλεῖ νὰ μὴν θεωρήσουν δεδομένη τὴν μεγάλη δωρεὰ τῆς Χάριτος ποὺ ἔλαβαν καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέψουν νὰ μείνει ἀνενεργὴ μέσα τους:  «Ὡς συνεργάτης τοῦ Θεοῦ, λοιπόν, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴν ἀφήσετε νὰ πάει χαμένη ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ δεχθήκατε» (Β΄ Κορ. 6,1).
Ὁ Παῦλος γνωρίζει ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν καταργεῖ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς προσφέρει, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἀνταποκριθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος δὲν ἀρκεῖται στὴν ἐπισήμανση τοῦ κινδύνου. Καλεῖ του Κορινθίους νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ καθετὶ τὸ κοσμικὸ ποὺ μπορεῖ νὰ τοὺς ἀποξενώσει ἀπὸ τὸν Θεό:
«Ποιά σχέση μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ δικαιοσύνη μὲ τὴν ἀνομία; Ἢ τί κοινὸ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸ φῶς καὶ στὸ σκοτάδι; Μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν στὸν ἴδιο τόπο ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ναὸς τῶν εἰδώλων; Ἐσεῖς εἶστε ναὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ».
Καὶ στὴν συνέχεια θυμίζει τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ: «Μὴν ἀγγίζετε ἀκάθαρτο πρᾶγμα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς δεχθῶ. Θὰ εἶμαι γιὰ σᾶς ὁ Πατέρας, κι ἐσεῖς θὰ εἶστε γιοὶ καὶ θυγατέρες μοῦ» (Β΄ Κορ. 6,14-18).
Ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Ἐκεῖ βρίσκονται ὅλα τὰ ἀληθινὰ καὶ γνήσια, ὅλα ὅσα ποθεῖ βαθιὰ ἡ ἀνθρώπινη ψυχή. Ἐκτός ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀγκαλιὰ βρίσκονται τὰ ψεύτικα ὑποκατάστατα, οἱ μάταιες χαρὲς καὶ οἱ συνήθειες ποὺ μᾶς δεσμεύουν καὶ ὑποβιβάζουν τὴν ὕπαρξή μας, στερῶντας της τὴν ἐλευθερία καὶ τὸ μεγαλεῖο γιὰ τὰ ὁποῖα δημιουργήθηκε.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ περικοπὴ καταλήγει μὲ τὴ χαρακτηριστικὴ προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου: «Ἀφοῦ λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ καθετὶ ποὺ μολύνει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή. Ἂς ζήσουμε μιὰ ἅγια ζωὴ μὲ φόβο Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 7,1).
Σὲ κάθε ἐποχὴ ὑπάρχουν παγίδες ποὺ ἀπειλοῦν τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Πάθη ποὺ ἀρχίζουν μὲ ἀπατηλὲς ὑποσχέσεις χαρᾶς καὶ καταλήγουν σὲ δεσμά, στερῶντας σταδιακὰ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά του. Ὁ ἄνθρωπος, πολλὲς φορές, δὲν ἀντιλαμβάνεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅτι κάτι ποὺ ἐπιλέγει ἐλεύθερα μπορεῖ, μὲ τὸν χρόνο, νὰ γίνει ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἐξουσιάζει.
Ἴσως, ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια, ὁ νοῦς μας νὰ πηγαίνει ἀποκλειστικὰ στὰ μεγάλα καὶ φανερὰ πάθη: στὶς ἐξαρτήσεις ἀπὸ τὰ ναρκωτικά, τὸ ἀλκοὸλ ἢ σὲ ἄλλες καταστάσεις ποὺ ταλαιπωροῦν τὴν κοινωνία μας καὶ ἰδιαίτερα τὰ νέα παιδιά.
Ὑπάρχουν, ὅμως, καὶ ἄλλες ἐξαρτήσεις, πολὺ πιὸ διακριτικές, ποὺ δὲν τὶς θεωροῦμε κἂν ἐξαρτήσεις: Ὅπως εἶναι ἡ ἀδυναμία μας νὰ ἀποχωριστοῦμε τὴν ὀθόνη, ἡ ἀνάγκη συνεχοῦς ἐπιβεβαιώσεως, ἡ σύγκριση μὲ τοὺς ἄλλους, ἡ κατανάλωση χωρὶς πραγματικὴ ἀνάγκη, ἡ ἀδυναμία νὰ ἀντέξουμε τὴν σιωπή. Μικρὲς συνήθειες, ποὺ μοιάζουν ἀσήμαντες, σιγά σιγά ὅμως μποροῦν νὰ καταλάβουν μέσα μας χῶρο ποὺ δὲν τοὺς ἀνήκει.
Ὑπάρχουν, βεβαίως, καὶ τὰ βαθύτερα πάθη ποὺ ἐπισημαίνει ἡ ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔχουν ὡς θεμέλιο τὸν ἀνθρώπινο ἐγωισμὸ καὶ τὴν ἀποξένωση ἀπὸ τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης: Ὅπως εἶναι ὁ θυμός, ἡ ζήλια, ἡ κακία, ἡ ἀνάγκη νὰ ἔχουμε πάντα δίκιο, ἡ προσκόλληση στὴν ἄνεση, ὁ ἐγωκεντρισμὸς ποὺ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀγαπήσουμε. Εἶναι τόσο συνηθισμένα ὅλα αὐτά, ὥστε νὰ περνοῦν σχεδὸν ἀπαρατήρητα. Εἶναι, ὅμως ὑπαρκτὰ καὶ ἐπίμονα. Καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ συχνὰ τὰ θεωροῦμε αὐτονόητα καὶ δεδομένα τοῦ ἀνθρώπινου χαρακτῆρος, μπορεῖ νὰ μὴν ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἔχουν γίνει δεσμὰ καὶ μᾶς μολύνουν.
Αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς καλεῖ νὰ ἐξετάσουμε ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: ὄχι μόνο τὰ μεγάλα καὶ φανερὰ πάθη μας, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ μικρὰ ποὺ φωλιάζουν ἀθόρυβα στὴν καθημερινότητά μας.
*     *     *
Ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ προσπάθεια νὰ ἀποφύγουμε τὰ «μεγάλα ἁμαρτήματα». Εἶναι ἕνας ἀγῶνας νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ καταλαμβάνουν μέσα μας περισσότερο χῶρο ἀπὸ ὅσο τοὺς ἀνήκει. Νὰ μποροῦμε νὰ ἀποχωριζόμαστε, νὰ σιωποῦμε, νὰ περιμένουμε, νὰ λέμε: «Δὲν τὸ χρειάζομαι». Νὰ μποροῦμε νὰ ἀφήνουμε ἀκόμη καὶ κάτι ποὺ μᾶς ἀρέσει, ὅταν διαπιστώνουμε ὅτι ἐκεῖνο δὲν μᾶς ἀφήνει πλέον ἐλεύθερους.
Ἴσως, τελικά, αὐτὸ νὰ σημαίνει καὶ τὸ «καθαρίσωμεν ἑαυτούς»: νὰ ἀνοίξουμε χῶρο μέσα μας γιὰ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀπομακρύνουμε ὄχι μόνο ὅσα εἶναι μεγάλα καὶ φανερά, ἀλλὰ καὶ ὅσα, μικρὰ καὶ καθημερινά, ἔχουν καταλάβει σιγά σιγά τὴν καρδιά μας.
Αὐτὴ τὴν ἐλευθερία ἔρχεται νὰ μᾶς προσφέρει ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ προσκόλληση στὸν Θεὸ καὶ στὸ πανάγιο θέλημά Του γίνεται συγχρόνως ἡ ἀπεξάρτησή μας ἀπὸ ὅσα μᾶς δεσμεύουν. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἁπλῆ προσπάθεια αὐτοβελτιώσεως. Εἶναι ἕνας ἀγῶνας στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος δὲν μένει μόνος. Ὅταν στρέφεται πρὸς τὸν Θεό, ἡ Χάρη Του γίνεται δύναμη ἀνακαινιστικὴ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σπεύδει νὰ συμπορευθεῖ, νὰ παρηγορήσει καὶ νὰ ἐνδυναμώσει τὸ παιδί Του.
Τότε ἡ ψυχὴ ἀρχίζει καὶ πάλι νὰ ἀνασαίνει. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύπτει ὅτι ἡ ἀληθινὴ χαρὰ δὲν βρίσκεται σὲ ὅσα τὸν ὑποδουλώνουν, ἀλλὰ σὲ Ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἐλευθερώνει καὶ τὸν καλεῖ νὰ ζήσει μαζὶ Του μιὰ ζωὴ γεμάτη νόημα καὶ ἀγάπη. Τότε γινόμαστε ἄξιοι τῆς Χάριτος ποὺ λάβαμε.
Ἡ πίστη καὶ ὁ πνευματικὸς ἀγῶνας ἀποτελοῦν τὰ ἰσχυρὰ ὅπλα τοῦ Χριστιανοῦ, προκειμένου νὰ ἀφήνει διαρκῶς πίσω του ὅ,τι τὸν ὑποβιβάζει καὶ τὸν μολύνει. Αὐτὰ τὰ δύο διατηροῦν ἀνοιχτὸ τὸν δρόμο συναντήσεως μὲ Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἀδαπάνητη πηγὴ ἁγιασμοῦ «ψυχῆς τε καὶ σώματος», ἀπὸ τὴν ὁποία, ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς, εἶναι σὲ θέση νὰ ἀντλεῖ διαρκῶς νάματα χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης. Ἀμήν.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
https://www.nyxthimeron.com/

Οι πάντες κλητοί




Του π. Δημητρίου Μπόκου
Η κλήση των πρώτων αποστόλων τονίζεται εμφαντικά στο Ευαγγέλιο. Ο Χριστός συνάντησε την πρώτη τετράδα των μαθητών του, Ανδρέα και Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, εν ώρα της εργασίας τους, «ήσαν γαρ αλιείς», μίλησε ενώπιόν τους περί της Βασιλείας του Θεού και τους κάλεσε να τον ακολουθήσουν. Και οι πρώτοι μαθητές, σαγηνευμένοι από όσα είδαν και άκουσαν, υπάκουσαν στο κάλεσμά του και «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» (Κυριακή Α΄ Λουκά).
Όλοι οι απόστολοι έγιναν «κλητοί Ιησού Χριστού», έλαβαν από το ίδιο το στόμα του Χριστού την κλήση να τον ακολουθήσουν και το έπραξαν αυτό με απόλυτη συνέπεια μέχρις εσχάτης πνοής. Προβάλλουν το γεγονός της κλήσης τους ως τεκμήριο της θεϊκής τους αποστολής και της αυθεντικότητας του κηρύγματός τους, όμως δεν παραλείπουν να τονίζουν ότι δεν είναι οι μόνοι κλητοί από τον Θεό. Μας υπενθυμίζουν ότι και όλοι εμείς, οι πιστοί, είμαστε «κλητοί Ιησού Χριστού». Ο Παύλος, π. χ., τιτλοφορούμενος «κλητός απόστολος Ιησού Χριστού διά θελήματος Θεού», επιστέλλει «πάσι… κλητοίς αγίοις». Είστε και σεις, λέει, οι αποδέκτες όλοι των επιστολών μου, «κλητοί Ιησού Χριστού» (Α΄ Κορ. 1, 1. Ρωμ. 1, 1-7).
Μια μεγάλη τιμητική κλήση έχει επιφυλαχθεί από τον Θεό για όλους μας. Είμαστε η εκλογή του Κυρίου, οι «ηγαπημένοι υπό Θεού». Μας διάλεξε η αγάπη του Θεού «προ καταβολής κόσμου είναι ημάς αγίους και αμώμους», με σκοπό να γίνουμε άγιοι κι εμείς, αφού αυτός που μας κάλεσε είναι άγιος. Μας διάλεξε ο Θεός απ’ αρχής, προ πάντων των αιώνων, «εις σωτηρίαν», που την εξασφαλίζει ο αγιασμός του Αγίου Πνεύματος και η αληθινή πίστη. Μας κάλεσε «εις περιποίησιν της δόξης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Αδιανόητο μεγαλείο! Εμείς, οι μικροί άνθρωποι, να αποκτήσουμε τη δόξα του Χριστού! Να γίνουμε «θείας κοινωνοί φύσεως». Μας προόρισε ο Θεός «εις υιοθεσίαν διά Ιησού Χριστού». Μπορούσε να υπάρξει κάτι πιο τιμητικό από αυτό για τον άνθρωπο; (Α΄ Θεσ. 1, 4. Α΄ Πέτρ. 1, 15. Εφ. 1, 4. Β΄ Θεσ. 2, 13-14. Β΄ Πέτρ. 1, 3).
Έγινε έτσι η αποκάλυψη «μυστηρίου χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου». Φανερώθηκε το προαιώνιο σχέδιο του Θεού (Ρωμ. 14, 24).
Και τώρα; Ο Θεός έκανε απ’ τη μεριά του το τέλειο. Εμείς όμως τί κάνουμε; Έχουμε κατανοήσει ότι είμαστε «κλήσεως επουρανίου μέτοχοι»; (Εβρ. 3, 1). Το θεωρούμε τιμή μας αυτό; Αν μας καλούσε ένας δυνατός επίγειος άρχοντας, θα αδιαφορούσαμε; Θα περιφρονούσαμε την κλήση του; Ή θα σκοτωνόμασταν να ανταποκριθούμε;
Το ίδιο, λένε οι απόστολοι, να κάνουμε και απέναντι στον Θεό. «Αξίως περιπατήσαι της κλήσεως» που έχουμε λάβει (Εφ. 4, 1). Μας κάλεσε ο Θεός να γίνουμε γνήσια παιδιά του. Ας ζήσουμε ανάλογα. Μη μείνουμε απλώς κλητοί, ας γίνουμε εκλεκτοί. Μα εμείς νομίζουμε ότι υποχρεώσεις προς τον Θεό έχουν μόνο οι απόστολοι και οι μοναχοί. Όσοι αφιερώνονται αποκλειστικά σ’ αυτόν.
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος όμως διαφωνεί.
Βλέπω, λέει, πολλούς κοσμικούς να τεμπελιάζουν για τα πνευματικά και να λένε: Πώς είναι δυνατόν παντρεμένοι άνθρωποι εμείς, με πλήθος κοινωνικές υποχρεώσεις, να ανταποκριθούμε στην κλήση του Θεού;
Σ’ αυτούς λοιπόν απαντώ: Όλα τα καλά που μπορείτε να κάνετε, κάντε τα. Μην περιγελάσετε κανένα, μην κλέψετε κανένα, μην πείτε ψέματα σε κανένα, μην περιφρονήσετε κανένα, μη μισήσετε κανένα. Μην απουσιάζετε από τις λειτουργικές συνάξεις (από τη Θεία Λειτουργία), να συμπονάτε τους φτωχούς, μη σκανδαλίσετε κανένα. Ξένο πράγμα μην αγγίξετε. Να αρκείσθε στη γυναίκα σας. Αν κάνετε έτσι, δεν είστε μακριά από τη Βασιλεία των ουρανών (Κλίμαξ, Λόγος Α΄, Περί αποταγής, 42).
Να, που δεν είναι και τόσο εξωπραγματικά εν τέλει τα όσα μας ζητάει ο Θεός.

https://www.nyxthimeron.com/

Η υπόσχεση, το δώρο και η πάλη



“Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ” (Β’ Κορ. 7,1)
᾿”Αφοῦ λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ καθετὶ ποὺ μολύνει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή. ῍Ας ζήσουμε μιὰ ἅγια ζωὴ μὲ φόβο Θεοῦ”.
Η υπόσχεση ότι ο Τριαδικός Θεός είναι ο Θεός μας είναι ένα συγκλονιστικό άνοιγμα εκ μέρους του Θεού προς το δημιούργημά Του, τον άνθρωπο. Πάντοτε ο Θεός τιμά τον άνθρωπο, ο οποίος δεν αντιλαμβάνεται αυτήν την τιμή. Και να είναι το να είμαστε υιοί και θυγατέρες Θεού η μεγαλύτερη δωρεά την οποία λάβαμε και θα λάβουμε ποτέ. Οι γονείς που σκέπτονται υγιώς δεν κρατάνε τα παιδιά τους στη λογική της ιδιοκτησίας τους, αλλά τα μεγαλώνουν εν ελευθερία, για να τα αφήσουν να φύγουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύουν να τα αγαπούν ως παιδιά τους και να τα στηρίζουν όποτε και όπως είναι εφικτό. Αυτοί οι γονείς μιμούνται τον Θεό, ο Οποίος μας δημιούργησε ως την κορωνίδα της Δημιουργίας, με τη δυνατότητα να γίνουμε κατά χάριν θεοί μέσα από τη σχέση μαζί Του, και μας ανέπλασε με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο, τη σταύρωση και την ανάστασή Του, για να νικήσουμε και τον έσχατο εχθρό μας, τον θάνατο, χωρίς να υπολογίζει την ανταρσία μας, την αυτοθεοποίησή μας, την απόφασή μας να ζούμε ασώτως μακριά Του. Και βιώνουμε την υιοθεσία μας συνεχώς στην Εκκλησία και τον τρόπο της. Διότι σ’ αυτήν βλέπουμε το μεγαλείο του Τριαδικού Θεού, που είναι για μας η εμπειρία της θείας λειτουργίας, της Ευχαριστίας, της κοινωνίας μαζί Του, που μας αναπλάθει με το σώμα και το αίμα του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, εν Αγίω Πνεύματι, για να μπορούμε μέσω του Υιού να γνωρίζουμε τον Πατέρα.
    Αν είμαστε καρδιές ευγνώμονες, τότε έχουμε κληθεί να δείξουμε την ευγνωμοσύνη μας καθαρίζονταςτον εαυτό μας “από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος”. Δεν είναι μόνο τα πάθη μας και οι λογισμοί. Είναι πρωτίστως το αίσθημα ιδιοκτησίας που έχουμε απέναντι στη ζωή, απέναντι στους άλλους ανθρώπους, απέναντι στον κόσμο, απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό θεωρώντας ότι τα πάντα τα δικαιούμαστε, τα πάντα μας ανήκουν. Έτσι, οδηγούμε τους εαυτούς μας όχι στον Θεό, αλλά στον άνθρωπο-θεό, παραθεωρώντας τη φθαρτότητά μας, αλλά, και κάποτε, απαιτώντας όλος ο κόσμος να πορευθεί κατά τη δική μας κρίση και φέρνοντας στη ψυχή μας είτε την επιθετικότητα είτε την λύπη και την απογοήτευση. Όμως ο χριστιανός, αν νιώθει την μεγάλη ευλογία να είναι παιδί του Θεού, παλεύει να είναι διάκονος. Παλεύει να συγχωρεί. Παλεύει τα πάθη και οι λογισμοί του να μην τον ωθούν στη χρήση του κόσμου, αλλά στην συνύπαρξη της αγάπης, η οποία γίνεται αγιωσύνη. 
    Ο χριστιανός φοβάται τον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι ντρέπεται το να πράττει το κακό, όχι διότι ο Θεός είναι τιμωρός, αλλά διότι ο ίδιος ο πιστός, νιώθοντας ότι η σχέση με τον Θεό είναι σχέση υιότητας, ευγνωμονεί τον πατέρα Του και του δείχνει ότι έμαθε να χαίρεται που είναι παιδί Του, αγαπώντας Τον και αγαπώντας όλον τον κόσμο. Η ελευθερία μας είναι δώρο ζωής. Είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορεί να επαναστατούμε εναντίον του Δωρεοδότη, επειδή την έχουμε, όμως, στην πραγματικότητα, μας δόθηκε για να επαναστατούμε εναντίον του πνεύματος του κακού, του διαβόλου, της αμαρτίας, που γίνονται βάση για να μολύνουμε εν τω ιδίω θελήματι την ύπαρξή μας, αλλάζοντας τον προορισμό της. Ο θάνατος είναι το όριό μας. Μπορεί όμως μέσα από την υιότητα απέναντι στον Θεό να γίνει το πέρασμά μας στην κατάργηση του κακού.
    Σ’ έναν κόσμο κατεξοχήν αχαριστίας, εγωκεντρισμού και θριαμβολογίας για το ποιοι είμαστε, η υπόμνηση της υπόσχεσης του Θεού ότι θα είναι ο Θεός μας και εμείς ο λαός Του, είναι η μεγαλύτερη παρηγοριά και η αφετηρία για ένα συνεχές νέο ξεκίνημα στη ζωή μας. Αυτό της αγιωσύνης, που την είναι συνέργεια στο δώρο του Θεού, επομένως δική μας ευθύνη και αγώνας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
https://www.nyxthimeron.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ



«καί καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τούς ὄχλους» (Λουκ. 5,3) 
ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙΡΟ της δημόσιας δράσης του Κυρίου μάς μεταφέρει το ευαγγελικό ανάγνωσμα: στη λίμνη Γεννησαρέτ, όπου ο Κύριος άρχισε να διδάσκει τον λαό και να καλεί τους πρώτους μαθητές Του να Τον ακολουθήσουν. Η πρώτη επαφή μάλιστα των μαθητών με τον Κύριο ήταν συγκλονιστική: τους δόθηκε η ευκαιρία να δουν τον Κύριο ως διδάσκαλο, όπως και να νιώσουν τη δύναμη του λόγου Του, μέσα από την «παράλογη» γι’ αυτούς εντολή που τους έδωσε, να ψαρέψουν εκεί που η εμπειρία και η γνώση τους έλεγε ότι ήταν αδύνατο. Και γι’ αυτό άφησαν τα πάντα, προκειμένου να Τον ακολουθήσουν. Τον Κύριο ως διδάσκαλο  θα προσεγγίσουμε δι’  ολίγων στη συνέχεια. «Και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους».
1. ΕΧΕΙ ΤΟΝΙΣΤΕΙ με επάρκεια ότι η σωτηρία του ανθρώπου επιτεύχθηκε με όλη τη ζωή του Κυρίου: τη διδασκαλία, τα θαύματά Του, κυρίως όμως με την επί του Σταυρού θυσία Του και την Ανάστασή Του. Λέμε κυρίως με τη Σταυρική Του θυσία και την Ανάσταση που την ακολούθησε, διότι ως γνωστόν πάνω στον Σταυρό καταργήθηκε η αμαρτία, πατήθηκε ο θάνατος, νικήθηκε ο διάβολος και έτσι ο δρόμος προς τον Παράδεισο ανοίχθηκε και πάλι. «Τω πάθει Σου, Χριστέ, παθών ηλευθερώθημεν και τη Αναστάσει Σου εκ φθοράς ελυτρώθημεν, Κύριε, δόξα Σοι». Η διδασκαλία δηλαδή του Κυρίου, όπως και τα θαύματά Του, λειτούργησαν μεν θετικά προς φωτισμό του νου και της διάνοιας των ανθρώπων, προς προσανατολισμό τους στη Βασιλεία του Θεού, προς ενίσχυσή τους γενικά στην οδό του Κυρίου, δεν ήταν όμως ικανά να σώσουν τον άνθρωπο. Η διάβρωση της ανθρώπινης φύσης και η τραγικότητα στην οποία είχε περιέλθει απαιτούσαν κάτι δραστικότερο από τη διδασκαλία: τον θάνατο του ίδιου του Θεού! «Έδει παθείν τον Χριστόν».
2. Αν όμως δια του Σταυρού ήλθε η σωτηρία και η χαρά στον κόσμο – «ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω» - δεν πρέπει και να υποβαθμίσουμε τη σημασία του Χριστού ως διδασκάλου. Ο Χριστός ως διδάσκαλος είναι ο προφήτης Χριστός, φανερώνεται με τη διδασκαλία Του το προφητικό Του αξίωμα, το οποίο λειτουργεί πάντοτε εν συνεργασία και με τα άλλα Του αξιώματα, το βασιλικό και το αρχιερατικό. Διότι βεβαίως στον Κύριο τα πάντα είναι ενιαία. Δεν υπάρχουν «αυτόνομες» περιοχές δράσης σ’  Εκείνον. Όπου δρούσε, φανέρωνε τη μία θεϊκή Του υπόσταση και τη διπλή Του, θεϊκή και ανθρώπινη, φύση. Με άλλα λόγια, ο Ίδιος που είναι ο διδάσκαλος και ο αίτιος των θαυμάτων που επιτελεί, ο Ίδιος είναι και ο αρχιερέας που θυσιάζεται για τον κόσμο, ο Ίδιος είναι και ο βασιλιάς, που ανασταίνει τον Εαυτό Του, ανέρχεται στα δεξιά του Πατέρα, στέλνει το άγιον Πνεύμα, ιδρύει και καθοδηγεί την Εκκλησία, το ζωντανό Σώμα Του.
 Κατά συνέπεια, και με τη διδασκαλία του Κυρίου λυτρωθήκαμε. Αν ο Κύριος τόνισε τη δύναμη της Μωσαϊκής νομοθεσίας και του λόγου των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, τέτοια που και το θαύμα της ανάστασης εκ νεκρών θεωρείται μικρότερο προς αλλαγή της καρδιάς του ανθρώπου – ας θυμηθούμε από την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου την απάντηση του πατριάρχη Αβραάμ στον πλούσιο: «Αν δεν πιστέψουν (οι συγγενείς του πλουσίου)  στον Μωϋσή και τους προφήτες, και τον Λάζαρο να δουν αναστημένο από τους νεκρούς δεν πρόκειται να πιστέψουν» - πόση περισσότερη δύναμη δεν έχει ο λόγος Του, η διδασκαλία Του, η οποία πηγάζει όχι από κάποιο άνθρωπο, απεσταλμένο του Θεού, αλλά ακριβώς από τον ίδιο τον Θεό ως άνθρωπο; Γι’  αυτό και ο απόστολος Παύλος τον λόγο του Κυρίου τον χαρακτηρίζει ως δύναμη του Θεού, που είναι «τομώτερος υπέρ πάσαν δίστομον μάχαιραν, διϊκνούμενος άχρι μερισμού ψυχής». Ο λόγος του Κυρίου δηλαδή δεν είναι «έπεα πτερόεντα», αλλά περικλείουν την παντοδύναμη ενέργεια του Ίδιου, που όταν συναντήσει τον κατάλληλο δέκτη μπορεί να γίνει «ατομική βόμβα». Πρόκειται για τα «ρήματα αιωνίου ζωής» που ομολόγησε ο απόστολος Πέτρος, καταθέτοντας τη μαρτυρία του για τον Κύριο. «Προς τίνα απελευσόμεθα; Συ ρήματα ζωής αιωνίου έχεις».
3. Με τα παραπάνω κατανοούμε ότι ο Κύριος είναι μεν διδάσκαλος, όχι όμως σαν τους άλλους ανθρώπους διδασκάλους. Είναι ο κατεξοχήν Διδάσκαλος, ο απόλυτος και μοναδικός, που ποτέ δεν υπήρξε ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξει παρόμοια περίπτωσή Του, που σημαίνει ότι δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί αυτό που συμβαίνει στη σχέση μαθητή και κοινού διδασκάλου: να φτάσει κάποια στιγμή ο μαθητής να γίνει σαν τον διδάσκαλο, κι ίσως και να τον ξεπεράσει.  Μπροστά στον Κύριο ως Διδάσκαλο, πάντοτε ο άνθρωπος θα παραμένει μαθητής, άρα το μόνο που μπορεί να κάνει είναι, αν μεν έχει καλοπροαίρετη διάθεση, να κλίνει το γόνυ της καρδιάς και του σώματος, να κάνει δηλαδή υπακοή και να μετανοήσει, αν δε ανήκει στους εχθρούς της πίστης, να ομολογήσει έκθαμβος ό,τι ομολόγησαν και οι απεσταλμένοι των Φαρισαίων που στάλθηκαν  για να παγιδέψουν τον Χριστό: «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος»! Κι αυτό γιατί, όπως είπαμε, είναι ο ενανθρωπήσας Θεός, συνεπώς δίδασκε «ως εξουσίαν έχων και ουχ ως οι Γραμματείς».
4. Τι δίδασκε ο Κύριος, ποιο το περιεχόμενο του λόγου Του, τέτοιο που λειτουργούσε και εξακολουθεί βεβαίως να λειτουργεί  με τόσο ανατρεπτικό και επαναστατικό για τη ζωή του ανθρώπου τρόπο; Μα, ακριβώς τη ζωή Του, τη ζωή δηλαδή του Θεού: την ίδια την αγάπη. Ό,τι δίδαξε ο Κύριος ήταν η έκφραση της ζωής Του, που σημαίνει ότι είτε σιωπώντας ο Κύριος είτε ομιλώντας την αγάπη του Θεού φανέρωνε. «Οίος ο βίος, τοίος ο λόγος», κατά την έκφραση εκκλησιαστικού συγγραφέα. Κι αφού ο Θεός «αγάπη εστί», την αγάπη πάντοτε εκήρυσσε ο Κύριος με τη διπλή της διάσταση, όπως ήδη είχε μαρτυρηθεί τούτο και από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, την προς τον Θεό και την προς τον άνθρωπο. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας και εξ όλης της ισχύος, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Και: «Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού».  Στην αγάπη συγκεφαλαιώνεται όλη η διδασκαλία του Κυρίου, γι’  αυτό και δεν υπάρχουν «μη» και «όχι» στον Κύριο. Τα «μη» και τα «όχι» έρχονται απλώς ως συνέπεια αυτού που ο άνθρωπος καλείται να κάνει στη ζωή του, αν θέλει να ακολουθεί τον Θεό. Κι από την άποψη αυτή η χριστιανική πίστη πάντοτε είναι θέση και όχι άρνηση. Εκείνος που ισχυρίζεται ότι ο χριστιανισμός είναι «μη», απλώς δεν έχει ανοίξει ποτέ του το ευαγγέλιο, δεν έχει γευτεί καθόλου αυτό που ο Χριστός και η Εκκλησία μας προσφέρει. Κατ’ επέκταση, κατανοούμε ότι οτιδήποτε γίνεται και υπάρχει στην Εκκλησία μας, προσευχές, ακολουθίες, νηστείες, οτιδήποτε, ένα και μοναδικό σκοπό έχει: να βοηθήσει τον άνθρωπο να φτάσει την αγάπη του Χριστού, δηλαδή την παρουσία του Θεού στη ζωή του. Αυτή νοηματίζει τα πάντα στην Εκκλησία κι αν βγει η αγάπη, όλα καταλύονται και μένουν μετέωρα άνευ νοήματος.
5. Δεν μπορούμε να μιλάμε όμως για τη διδασκαλία του Κυρίου, χωρίς αναφορά στα θαύματά Του. Διότι τα θαύματα του Κυρίου δεν είναι θαυμαστές και υπερφυσικές ενέργειες με σκοπό να «θαμπώσουν» τον άνθρωπο και να τον υποτάξουν σ’  Αυτόν. Τέτοια «θαύματα» επιτρέπει ο Θεός να κάνει ο διάβολος και τα αξιοθρήνητα όργανά του, προκειμένου να έρχεται στην επιφάνεια η γνησιότητα ή όχι της διάθεσης του ανθρώπου. Ο Κύριος έκανε θαύματα ως επιβεβαίωση και επισφράγιση της διδασκαλίας Του. Με άλλα λόγια τα θαύματα αποτελούν και αυτά στοιχείο αυτής της διδασκαλίας Του, φανερώνοντας το περιεχόμενο της βασιλείας του Θεού. «Παράθυρα στη Βασιλεία Του» έχει τονιστεί, και ορθά, ότι είναι. Γι’  αυτό και τα θαύματά Του προϋποθέτουν ό,τι και η διδασκαλία Του: την πίστη. Δεν είναι δυνατόν να αποδεχτεί κανείς τη διδασκαλία Του Χριστού, αν δεν είναι, όπως είπαμε, καλοπροαίρετος και δεν έχει συνεπώς πίστη σ’  Εκείνον. Το ίδιο συμβαίνει και με τα θαύματα. Γι’  αυτό και ο Κύριος, όπου δεν έβλεπε πίστη, «ουκ εποίει σημείον». Έτσι ο πιστός με το θαύμα ενισχυόταν στην πίστη, ενώ το θαύμα σ’  έναν άπιστο, σαν τους Φαρισαίους για παράδειγμα, λειτουργούσε για περαιτέρω δαιμονισμό του.
ΑΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ είναι ο μοναδικός Διδάσκαλος και αν εμείς θέλουμε να είμαστε πιστοί και ακόλουθοί Του, ενταγμένοι στο άγιο σώμα Του, την Εκκλησία, τότε τα πράγματα πορεύονται «μονόδρομα»: Πρώτον, χρειάζεται αδιάκοπα να εγκύπτουμε σ’  αυτήν τη διδασκαλία είτε ως μελέτη καθαυτό της Αγίας Γραφής, και μάλιστα του Ευαγγελίου, είτε ως μελέτη των άλλων τρόπων εκφοράς αυτής της διδασκαλίας, διά των Πατερικών κειμένων, διά των συναξαρίων των αγίων μας, διά της υμνολογίας της Εκκλησίας. Με όλους αυτούς τους τρόπους εμβαπτιζόμαστε στον λόγο του Κυρίου και Τον αφήνουμε να φανερώνεται και με τον τρόπο αυτό μέσα μας. Μη ξεχνάμε ότι η θεία Κοινωνία δεν έρχεται μόνο με τον μυστηριακό τρόπο, της συμμετοχής στη Θεία Ευχαριστία, αλλά και με τη μελέτη του λόγου του Θεού, όταν βεβαίως ενεργοποιείται αυτός στην καθημερινή μας ζωή. Κι αυτό το τελευταίο είναι ακριβώς το δεύτερο σημείο: δεν έχει αξία να μελετά ή να ακροάται κανείς τον λόγο του Θεού, αν δεν τον κάνει στοιχείο της καθημερινής του ζωής. Ο Κύριος δίδαξε, μας φανέρωσε διά του λόγου Του τη ζωή Του, όχι σαν μία γνώση εγκεφαλικού τύπου, όχι σαν ένα ανάγνωσμα ευχάριστο, αλλά σαν ενέργεια αλλαγής της ζωής μας. Την ώρα που ο λόγος Του θα μας καταλαμβάνει, ψυχικά και σωματικά, εκείνη την ώρα θα καταλαβαίνουμε και τη δύναμή Του, όπως και την αλήθεια της πίστης μας σ’  Αυτόν. Διαφορετικά, θα ακούμε και θα ακούσουμε κι εμείς: «Ουκ οίδα υμάς. Απέλθετε απ’  εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν».

https://pgdorbas.blogspot.com/

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤῼ ΑΓΙΟΙ ΜΘ´ ΜΑΡΤΥΡΕΣ




῾Οἱ ἅγιοι αὐτοί ζοῦσαν στήν Ρώμη ἐπί Διοκλητιανοῦ τοῦ βασιλιᾶ. ῾Ο ἅγιος Καλλίστρατος συνελήφθη ὡς χριστιανός ἀπό τόν στρατηλάτη Περσεντίνο κι ἐπειδή ὁμολόγησε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός κτυπήθηκε ἰσχυρά. ῎Επειτα τόν ἔβαλαν πάνω σέ ὄστρακο καί τόν ἔσυραν ἐπάνω του. Κατόπιν τόν ἔβαλαν σ᾽ ἕνα σακκί καί τόν ἔριξαν στήν θάλασσα. Σχίστηκε ὅμως τό σακκί καί βγῆκε ἔξω ὑγιής. Εἶδαν τό θαῦμα αὐτό σαράντα ἐννέα στρατιῶτες καί πίστεψαν καί ἐκεῖνοι στόν Χριστό. ῾Ο Περσεντίνος τότε τούς βασάνισε καί τούς ἔβαλε στήν φυλακή μαζί μέ τόν Καλλίστρατο, ὁ ὁποῖος βρῆκε τήν εὐκαιρία νά τούς διδάξει γιά τήν κρίση τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ᾽Ανάσταση καί γιά τήν ψυχή. Στήν συνέχεια ἀφοῦ τούς ἔβγαλαν ὅλους ἀπό τήν φυλακή, ὁ Καλλίστρατος προσευχήθηκε καί ἔριξε κάτω τά εἴδωλα. Μόλις τό εἶδαν αὐτό καί ἄλλοι στρατιῶτες, ἑκατόν ὀγδόντα τέσσερις (ἤ κατά ἄλλους ἑκατόν τριάντα πέντε) τόν ἀριθμό, πίστεψαν καί αὐτοί, ὁπότε οἱ δυνάστες ἔκοψαν τά κεφάλια ὅλων᾽.
Τό γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος Καλλίστρατος ὑπῆρξε ἁπλός στρατιώτης τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας γίνεται ἀφορμή ἀπό τόν ὑμνογράφο του ἅγιο ᾽Ιωσήφ νά τόν δεῖ σέ μία διπλή στρατιωτική διάσταση: ἀφενός ὅτι ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς ὁ στρατιώτης ἀναδείχτηκε στρατηγός, ἀφετέρου ὅτι καί μετά τόν θάνατό του συνέχισε τήν στρατιωτική του ἰδιότητα.
Τί ἐννοεῖ ὁ ἅγιος ὑμνογράφος; ῾Ο Καλλίστρατος μέ τήν σταθερότητά του στήν χριστιανική πίστη ἀντιπαρατάχτηκε στόν διώκτη διάβολο καί τά ὄργανά του ὡς στρατηγός, μέ ἀποτέλεσμα μάλιστα νά σαγηνεύσει καί τούς αἰχμάλωτους τοῦ διαβόλου καί νά τούς ὁδηγήσει στήν θεία ζωή. (῾Στρατηγός ὥσπερ ἄριστος, μάρτυς, τῷ διώκτῃ παραταξάμενος, ἐσαγήνευσας πρός θείαν ζωήν αἰχμαλώτους πάλαι οὕς ἐκέκτητο᾽(ὠδή δ´): Μάρτυς Καλλίστρατε, σάν ἄριστος στρατηγός ἀντιπαρατάχτηκες στόν διώκτη (διάβολο) καί σαγήνευσες πρός τήν θεία ζωή τούς αἰχμάλωτους τούς ὁποίους παλιά εἶχε δικούς του).
Κι ἀπό τήν ἄλλη μέ τό μαρτύριό του ὁ ἅγιος καί μάλιστα τῆς ἀποκοπῆς τῆς κεφαλῆς του ἐντάχτηκε στό στράτευμα τῶν καλλινίκων μαρτύρων τῶν πρό αὐτῶν. (῾Τμηθείς ὁ Καλλίστρατος αὐχένα ξίφει, στρατῷ συνήφθη καλλινίκων μαρτύρων᾽ (στίχοι τοῦ συναξαρίου): Κόψανε μέ ξίφος τόν αὐχένα τοῦ Καλλίστρατου καί μπῆκε στόν στρατό τῶν καλλινίκων μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ). Γιά νά συνεχίσει τήν σκέψη του ὁ ποιητής: ὡς στρατιώτης Χριστοῦ πιά ὁ Καλλίστρατος εἶναι στολισμένος μέ τήν κόκκινη χλαίνη τῶν μαρτύρων, τήν βαμμένη ἀπό τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου του. (῾᾽Εστολισμένος χλαῖναν ἐξ ἱερῶν βεβαμμένην, μάρτυς, ὄντως αἱμάτων σου, τῷ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, μάκαρ, στεφηφόρος παρίστασαι᾽(ὠδή γ´): Στολισμένος, μακάριε μάρτυς, μέ τήν χλαίνη πού ᾽ναι βαμμένη πράγματι ἀπό τά ἱερά σου αἵματα, παρίστασαι στεφανωμένος μπροστά στόν βασιλιά τόν αἰώνων Χριστό). ῎Ετσι ὁ ἅγιος Καλλίστρατος καί οἱ σύν αὐτῷ μάρτυρες ἀποτελοῦν μία ἀκόμη  ἐπιβεβαίωση τοῦ γνωστοῦ τροπαρίου γιά τούς μάρτυρες, τό ὁποῖο βλέπει τήν ᾽Εκκλησία νά ἔχει κόκκινα τά ἐνδύματά της, λόγω ἀκριβῶς τοῦ αἵματος τῶν ἁγίων μαρτύρων της.
῾Ο ἅγιος ᾽Ιωσήφ κάνει μία σημαντική θεολογική παρατήρηση, καθώς βλέπει τόν ῾παμμέγιστον᾽ μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ νά ἔχει βρεῖ τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στήν μακαριότητα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Βρῆκε καί ἀκολούθησε, λέει, αὐτόν τόν δρόμο ὄχι ἀπό μία δική του ἔμπνευση ἤ ἀπό μία ἰδιοτροπία, ἀλλά ἀπό τόν φωτισμό πού δέχτηκε ἐκ Θεοῦ. Κι εἶναι σημαντική ἡ παρατήρησή του, διότι κανείς ἀπό μόνος του δέν γίνεται χριστιανός, πολύ περισσότερο ἀδυνατεῖ νά μαρτυρήσει γιά τόν Χριστό, ἄν δέν κληθεῖ ἀπό τόν ῎Ιδιο καί δέν ἐνισχυθεῖ ἰδιαιτέρως ἀπό τήν χάρη Του. ῞Οπως τό σημειώνει ὁ Κύριος: ῾οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ἐλκύσῃ αὐτόν᾽. Καί κατά τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: ῾῾Ημῖν ἐδόθη οὐ μόνον τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν᾽. ῾Η χριστιανική πίστη λοιπόν καί τό μαρτύριο γιά  τόν Χριστό συνιστοῦν δωρεά τοῦ Θεοῦ (μᾶς δόθηκε), ὅταν βεβαίως ὑπάρξει ἡ προϋπόθεση: ἡ καλή διάθεση καί ἡ βούληση τοῦ ἀνθρώπου. ῾Μάρτυς ἀθλητά Καλλίστρατε, τῆς εὐσεβείας φωτί φωτισθείς τήν διάνοιαν, τήν ὁδόν ἐβάδισας ἀκλινῶς τήν εἰσάγουσαν πρός τήν ἐκεῖθεν μακαριότητα᾽(στιχηρό ἑσπερινοῦ) (Μάρτυς ἀθλητά Καλλίστρατε, ἀφοῦ φωτίστηκε στήν διάνοια ἀπό τό φῶς τῆς πίστεως καί τῆς εὐσέβειας, βάδισες χωρίς παρεκκλίσεις τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στήν μακαριότητα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ).
῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος δέν μπορεῖ νά ἀφήσει ἀσχολίαστο καί τό γεγονός ὅτι ὁ Καλλίστρατος ἔγινε καί ἀλείπτης, πνευματικός καθοδηγητής καί ἐνισχυτής δηλαδή,  τῶν ὑπολοίπων μαρτύρων καί μέ τήν ζωή του καί μέ τήν διδασκαλία του. Σημειώνει ὅτι πρῶτα ὁ ἴδιος πλούτισε ἀπό τόν λόγο ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, πού θά πεῖ τόν ἐνστερνίστηκε και τόν ἔκανε βίωμά του, κι ἔπειτα καθοδήγησε πρός τήν ζωή αὐτή κι ἐκείνους πού βρίσκονταν λόγω ἄγνοιας σέ κατάσταση πνευματικῆς νέκρωσης.  Κι εἶναι εὐνόητο: κανείς δέν μπορεῖ νά φωτίσει ἄλλους, ἄν ὁ ἴδιος προηγουμένως δέν ἔχει φωτιστεῖ. Κανείς δέν μπορεῖ νά μεταδώσει φωτιά πού δέν ἔχει.  ῞Οπως τό ἔχει πεῖ ξεκάθαρα καί ὁ μέγας ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: ῾Φωτισθῆναι δεῖ πρῶτον εἶτα φωτίσαι᾽. Σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ: ῾Μάρτυς θεόφρον Καλλίστρατε, λόγον πλουτήσας ζωῆς, πρός ζωήν καθωδήγησας τούς ἀγνοίᾳ πρότερον ἐν νεκρώσει ὑπάρχοντας᾽ (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Κι ἀλλοῦ: ῾Τῇ πλημμύρᾳ τῶν λόγων σου ἤρδευσας καρδίας καί καθωδήγησας πρός τό ὕδωρ τό ἀείζωον᾽(ὠδή δ´) (Μέ τήν πλημμύρα τῶν λόγων σου πότισες τίς καρδιές καί τίς καθοδήγησες πρός τό αἰώνιο ὕδωρ᾽). Κι αἰτία γιά τήν παραπάνω ἀλήθεια εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ Καλλίστρατος ἀγάπησε μέ ὅλη του τήν καρδιά τόν Χριστό. ῞Οπου ὑπάρχει ἡ ὁλοκάρδια ἀγάπη πρός τόν Χριστό, ἐκεῖ καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος γεμίζει ἀπό τήν παρουσία ᾽Εκείνου, ἀλλά καί τούς ἄλλους καθοδηγεῖ στόν σωστό δρόμο. ῾῾Ολοκαρδίως, μάρτυς, ἐπιποθήσας Χριστόν τόν Θεόν ἡμῶν᾽ (ὠδή ε´). 

https://pgdorbas.blogspot.com/

Το Ευαγγελικό καί Αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής



† Κυριακῇ 27 Σεπτεμβρίου 2026 (Α' Λουκᾶν)
Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν
Κεφ. ε' : 1-11
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἑστὼς ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. Ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας, ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. Ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· Ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος, καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων, εἶπεν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες, οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. Καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. Καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ, τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον, καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. Ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν τοῦ ᾿Ιησοῦ λέγων· Ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε. Θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ, ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον· ὁμοίως δὲ καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ ᾿Ιησοῦς· Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα, ἠκολούθησαν αὐτῷ.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Κορινθίους Β’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα 
(στ’:16-18; ζ’:1)
Ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐστε ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. Διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Οι ασύ­νε­τοι και αδιά­φο­ροι άν­θρω­ποι, δεν κερ­δί­ζουν, ούτε από εκεί­να που ωφε­λούν, ενώ οι φρό­νι­μοι και νη­φά­λιοι, ωφε­λούν­ται πάρα πολύ, ακό­μα και από εκεί­να που σκαν­δα­λί­ζουν πολ­λούς. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Ιού­δας δεν σώ­θη­κε ούτε από το Χρι­στό, που διόρ­θω­σε όλη την οι­κου­μέ­νη, ενώ ο Ιώβ, όχι μόνο δεν ζη­μιώ­θη­κε από τον διά­βο­λο, που τό­σους πολ­λούς κα­τέ­στρε­ψε, αλλά και στε­φα­νώ­θη­κε.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Πως σώθηκε ένας απελπισμένος

 



Την εποχή που ζούσε ο παπα-Κοδράτος στην Ι.Μ. Καρακάλλου επεσκέφθη το Άγιον Όρος ένας λαϊκός προσκυνητής που ήθελε να εξομολογηθεί τις μεγάλες του αμαρτίες. Πήγε στις Καρυές, στον π.Αβέρκιο που έφτιαχνε κομπολόγια, και ζητούσε επίμονα εξομολόγο.
Ο π.Αβέρκιος θεώρησε καλό να τον στείλει στην Ι. Μονή Κουτλουμουσίου που βρίσκεται κοντά στις Καρυές. Ήταν καλός πνευματικός, αλλά αυστηρός στους κανόνες, που τους έβαζε χωρίς επιείκεια.
Ο άνθρωπος πήγε στο Κουτλουμούσι και εξομολογήθηκε. Επέστρεψε όμως «κάλαμος συντετριμμένος». Χωρίς καμμία διάθεση. Γεμάτος θλίψη και αθυμία.
-Τι έκανες; Εξομολογήθηκες; τον ρώτησε ο π.Αβέρκιος.
– Ναι πάτερ, αλλά…
Ο π. Αβέρκιος τον κοίταξε. Ήταν θλιμμένος, κάτωχρος, με μια λύπη που δεν είναι κατά Θεόν, αλλά την φέρνει ο διάβολος για να παγιδεύσει θανατηφόρα τις ψυχές.
-Τι έχεις; Πες μου. Τι σου συμβαίνει;
-Πάτερ, δεν υπάρχει πια για μένα ζωή. Δεν πρέπει να ζω. Θα ήταν προτιμότερο να πνιγώ, είπε με φαρμακερό πόνο.
-Μα γιατί; Δεν εξομολογήθηκες;
-Εξομολογήθηκα, αλλά ο πνευματικός μου είπε πως οι αμαρτίες μου είναι πολύ βαρειές. Δεν ξέρω. Πώς να στο πω; Μ’ έχει φέρει σε απόγνωση.
Όταν άκουσε αυτά ο π.Αβέρκιος και είδε το πνεύμα της λύπης και της απελπισίας να απλώνει ύπουλα το πέπλο του πάνω από την ψυχή του ταλαίπωρου εκείνου ανθρώπου, πιάνει και γράφει ένα γράμμα στον Σεβασμιώτατο Μελιτουπόλεως Ιερόθεο, που ασκήτευε τότε στον Μυλοπόταμο.
Εκείνος θα μπορούσε να βοηθήσει, να βρει διέξοδο για την ψυχή αυτή.
Έδωσε το γράμμα στα χέρια του προσκυνητού και , του είπε δυο αδελφικά, ενθαρρυντικά λόγια και του έδειξε τα μονοπάτια που θα τον οδηγούσαν στο ερημικό κελλί του Σεβασμιωτάτου.
Ο Δεσπότης ήταν στον κήπο, όταν πήγε ο προσκυνητής. Φορούσε έναν απλό σκούφο και σκάλιζε.
-Τι θέλεις, αδελφέ μου; είπε στον απελπισμένο άνθρωπο που έφθασε με το γράμμα στο χέρι.
-Θέλω εξομολόγηση Σεβασμιώτατε.
-Άκου, παιδί μου. Εγώ δεν εξομολογώ. Όμως θα σε στείλω σ’ έναν εκλεκτό πνευματικό στην Ι. Μονή Καρακάλλου. Τον λένε παπα-Κοδράτο.
Παίρνει μολύβι και χαρτί, γράφει μια επιστολή στον παπα-Κοδράτο και τον στέλνει στον έμπειρο ιατρό των ψυχών.
Περπάτησε εκείνος στο ανηφορικό μονοπάτι που βγάζει στο Μοναστήρι και σε λίγο έφθασε. Οι πατέρες τον εφίλεψαν, όπως κάνουν σε κάθε επισκέπτη, με πολλή αγάπη και χαρά. Μετά ειδοποίησαν τον Γέροντα.
-Να έρθει στο Ηγουμενείο, παρήγγειλε εκείνος. Εκεί τον δέχθηκε σαν να τον εγνώριζε χρόνια. Με αγάπη.
Σαν πατέρας. Κι ο άνθρωπος βιαζόταν να βγάλει το βάρος που τον επίεζε καταθλιπτικά μ’ έναν φόβο πρωτογνώριστο, σχηματισμένο ίσως από την πρώτη δραματική εξομολόγησή του.
Έμοιαζε με κυνηγημένο πουλί που είχε μεγάλες πληγές, αλλά πιο μεγάλη αγωνία. Ο διάβολος τον έχει δέσει. Όμως δεν θα χαιρόταν. Η ψυχή του βρισκόταν τώρα πια στα χέρια του Χριστού, στα χέρια του παπα-Κοδράτου, που διέθεταν την τέχνη και την δύναμη να σπάσουν τα δεσμά των αμαρτιών και της απογνώσεως.
Ήταν στα χέρια του ιατρού που θα έκανε την εγχείρηση και θα θεράπευε τον τραυματία με την χάρη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος.
Ο προσκυνητής αντίκρυζε στο πρόσωπο του πνευματικού τον άνθρωπο του Θεού και σκιρτούσε από χαρά.
«Είναι κάτι φυσικό-γράφει ο άγιος Ιωάννης, ο συγγραφεύς της Κλίμακος- να βλέπει ο άρρωστος τον ιατρό και να αισθάνεται χαρά. Έστω κι αν δεν λάβει καμμία ωφέλεια από αυτόν.
Απόκτησε λοιπόν και συ, ω θαυμάσιε-λέει προς τον ποιμένα- έμπλαστρα, κολλύρια, ποτά, σπόγγους, αναισθητικά, φλεβοτόμα, καυτήρες, αλοιφές, υπνωτικά, μαχαίρια, επιδέσμους. Αν δεν έχουμε αυτά, πως θα φανεί η επιστήμη μας;» (Λόγος προς ποιμένα).
Ο παπα-Κοδράτος ήταν εξοπλισμένος με όλα αυτά τα πνευματικά όργανα που αποτελούν την αληθινή επιστήμη του ποιμένος.
Ο άρρωστος προσκυνητής επιθυμούσε να γίνει σύντομα η επέμβασις. Ο παπα-Κοδράτος δεν βιαζόταν. Κάθησε κοντά του. Προσπάθησε να δημιουργήσει ατμόσφαιρα γνωριμίας, φιλίας και εμπιστοσύνης με τον εξομολογούμενο, παρ’ όλο που εκείνος βιάσθηκε να του συστηθεί:
– Είμαι ένας αμαρτωλός, πάτερ.
– -Καλά. Μα εγώ σε βλέπω σαν άγγελο του Θεού. Πες μου, έχεις παιδιά; Πότε ήρθες στο Άγιον Όρος; Τι δουλειά κάνεις;
Συζήτησαν αρκετά, ώσπου η ποθητή προετοιμασία έγινε. Μετά έβαλε «ευλογητός».
– Έλα παιδί μου, του είπε. Βλέπεις αυτή την εικόνα του Χριστού; Μη κρύψεις τίποτε. Όλα τα ξέρει ο Κύριος. Όλα τα βλέπει. Όλα τα ακούει. Κι εγώ είμαι ομοιοπαθής με σένα άνθρωπος. Θάρρος λοιπόν.
Αβίαστα και φυσικά άδειασε και ξεχύθηκε όλο το φαρμάκι κι όλος ο πόνος της καρδιάς του ανθρώπου. Με συντριβή. Χωρίς αμφιβολία για το έλεος του Θεού που τον έβλεπε ολοζώντανο στην μορφή και στο πετραχήλι του γέροντος πνευματικού. Εξομολογήθηκε καθαρά. Μετανόησε ειλικρινά. Έκλαψε.
Η ψυχή του, ο λόγος του, η στάσις του, όλα μιλούσαν σαν να απήγγελναν τον 50ο ψαλμό του Δαβίδ, τον ψαλμό της μετανοίας : «Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι διαπαντός».
Τι άλλο ζητεί ο φιλάνθρωπος Θεός από τον άνθρωπο; Μετάνοια. επιστροφή. Αυτός είναι ο μοναδικός για τον Παράδεισο. Ο δρόμος που περπάτησε ο τελώνης, η πόρνη, ο ληστής. Αυτόν τον δρόμο άνοιξε ο Κύριος και στην πληγωμένη αυτή ψυχή με την υπεύθυνη πατρική παρουσία του σοφού Του οικονόμου στο ιερό μυστήριο της αφέσεως.
Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα. Ο παπα-Κοδράτος όταν άκουσε τον εξομολογούμενο, όταν, ως συνήθως, δάκρυσε μαζί του, κι όταν πια τον συμβούλευσε σκύβοντας επάνω στα τραύματά του με ευσπλαχία, του είπε:
-Είδε ο Θεός, παιδί μου, την μετάνοιά σου και τα δάκρυά σου. Άκου λοιπόν. Σήμερα είναι Μ. Πέμπτη. Όλοι οι πατέρες νηστεύουν για να κοινωνήσουν. Κάθησε κι εσύ εδώ αυτές τις ημέρες.
Στο καθαρό και άγιο περιβάλλον της Μονής θα δεις καλύτερα τον εαυτό σου. Θα προσευχηθείς μαζί μας, θα νηστέψεις. Και θα κοινωνήσεις. Θα λειτουργήσω εγώ και θα σε κοινωνήσω. «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι. Μηκέτι αμάρτανε».
Η αγαλλίασις του ανθρώπου, μετά το τέλος της εξομολογήσεως, ήταν απερίγραπτη. Όλα τριγύρω έλαμπαν με το φως της ειρήνης, της συγγνώμης, του ελέους του Θεού. Είχε σωθεί.
Και η χαρά του παπα-Κοδράτου, που έγινε για άλλη μία φορά σωσίβιο σ’ ένα ναυάγιο της ζωής, ήταν όμοια μ’ εκείνη την χαρά που δοκιμάζει ο Χριστός όταν βρίσκει ένα «απολωλός», όμοια μ’ εκείνο το πανηγύρι που γίνεται στον Ουρανό «επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι».

«Κοδράτος ο Καρακαλληνός»
Σύγχρονες αγιορείτικες μορφές
https://www.askitikon.eu/

Εννιά αποσπάσματα από το μέγα Γεροντικόν




Ένας Γέροντας είπε: “Ένας άνθρωπος που κάθεται στο κελί του και μελετάει τους ψαλμούς, μοιάζει με άνθρωπο που ζητάει τον βασιλιά. Ενώ εκείνος που θρηνώντας ζητάει κάτι, κρατάει τα πόδια του βασιλιά, παρακαλώντας να βρει έλεος από μέρους του, όπως είχε κάνει η πόρνη”. 2.
Είπε ένας Γέροντας:“Λίγο-λίγο συνήθισε την καρδιά σου να λέει για τον καθέναν από τους αδελφούς: “Στ΄ αλήθεια, αυτός είναι πιο προχωρημένος από μένα στον δρόμο του Θεού”. Και πάλι: “Αυτός είναι καλύτερος από μένα”.
Και έτσι σιγά-σιγά θα φθάσεις στο σημείο να βάζεις τον εαυτό σου κάτω από όλους, και θα κατοικήσει μέσα σου το Πνεύμα του Θεού. Ενώ, αν περιφρονήσεις έναν άνθρωπο, φεύγει η χάρη του Θεού από σένα και παραδίνεις τον εαυτό σου σε σαρκικούς μολυσμούς και σου σκληρύνεται η καρδιά και δεν θα υπάρχει καμιά κατάνυξη μέσα σου”.
Είπε πάλι:“Αλίμονό σου, ψυχή, γιατί συνήθισες μόνο να ζητάς τον λόγο του Θεού και να τον ακούς και τίποτε να μην κάνεις από όσα ακούς. Αλίμονό σου, σώμα, γιατί ξέρεις αυτά που σε μολύνουν και πάντοτε αυτά ζητάς, τον χορτασμό και την απόλαυση. Αλίμονο στον νεώτερο που γεμίζει την κοιλιά του και δίνει εμπιστοσύνη στο θέλημά του, γιατί έτσι είναι μάταιη η απάρνηση του κόσμου που έκανε”.
Κάποιος Γέροντας ζούσε μόνος στη μονή των Μονιδίων και η παντοτινή του προσευχή ήταν η εξής:“Κύριε, δεν έχω τον φόβο σου μέσα μου, γι αυτό στείλε μου κάποιον κεραυνό ή κάποια άλλη δύσκολη περίσταση, ή αρρώστια ή δαίμονα, μήπως έστω και μ΄ αυτόν τον τρόπο φοβηθεί η πωρωμένη μου ψυχή”. Αυτά έλεγε και συνέχιζε να παρακαλεί τον Θεό. “Ξέρω ότι είναι αδύνατο να με συγχωρήσεις. Γιατί αμάρτησα πολύ σε σένα, Δέσποτα, αλλ΄ αν είναι δυνατόν λόγω της ευσπλαχνίας σου, συγχώρεσέ με. Αν όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει, τιμώρησέ με εδώ στη γη, Δέσποτα, και εκεί μη με παιδεύσεις, αλλ΄ εάν και αυτό είναι αδύνατο, τιμώρησέ με εδώ κατά ένα μέρος και εκεί ανακούφισέ με, έστω και λίγο, από την τιμωρία της κόλασης. Άρχισε από τώρα να με παιδεύεις, αλλά ας μην περιπέσω στην οργή σου, Δέσποτα”. Μ΄ αυτή την επιμονή ένα ολόκληρο χρόνο με ασταμάτητα δάκρυα, με πολλή ταπείνωση στους λογισμούς του και με νηστείες παρακαλούσε τον Θεό και σκεπτόταν: “Άραγε τι να σημαίνει ο λόγος που είπε ο Χριστός: Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται;” Και κάποια ημέρα ενώ καθόταν κατά γης θλιμμένος και θρηνούσε κατά τη συνήθειά του, νύσταξε, και να, του παρουσιάσθηκε ο Χριστός με ιλαρό πρόσωπο και με γλυκιά φωνή του είπε: “Τι έχεις, άνθρωπε, γιατί τόσο κλαις; ”Του απάντησε εκείνος: “Επειδή έπεσα, Κύριε”. Και ο Ιησούς που του εμφανίσθηκε του λέει: “Σήκω επάνω”. Αποκρίθηκε τότε ο πεσμένος στη γη: “Δεν μπορώ, αν δεν μου δώσεις το χέρι σου”. Και άπλωσε Εκείνος το χέρι του και τον σήκωσε και του λέει πάλι με καλοσύνη: “Γιατί κλαις, άνθρωπέ μου, γιατί τόσο λυπάσαι;” “Και δεν θέλεις, Κύριε, -ρωτά ο αδελφός- να κλάψω και να λυπηθώ που τόσο σε πίκρανα; ”Τότε ο Κύριος άπλωσε το χέρι του πάνω στο κεφάλι του αδελφού, το αγκάλιασε και του λέει: “Μη θλίβεσαι, ο Θεός θα είναι βοηθός σου από δω και πέρα. Επειδή εσύ πόνεσες, δεν θα στρέφεται πια η λύπη μου εναντίον σου. Εφόσον για σένα έχω χύσει το αίμα μου, δεν θα δείξω πολύ περισσότερο τη φιλανθρωπία μου και σε σένα και σε κάθε ψυχή που μετανοεί; ”Ο αδελφός συνήλθε κατόπιν από την οπτασία και ένιωσε την καρδιά του πλημμυρισμένη από χαρά, γιατί βεβαιώθηκε ότι ο Θεός τον ελέησε και έζησε σ΄ όλη του τη ζωή με πολλή ταπείνωση ευχαριστώντας τον Θεό.
Κάποιος Γέροντας, κατά τη διάρκεια της νύχτας, μη γνωρίζοντας ότι ο μαθητής του άκουε, θρηνούσε πικρά με ολολυγμούς. Τα δόντια του έτριζαν κι έπεφταν άφθονα τα δάκρυά του. Και όταν τον παρακάλεσε ο μαθητής του να του πει τι του συμβαίνει, είπε: “Ήρθα σε κατάνυξη και είδα τις ψυχές των αμαρτωλών στον Άδη σε ποια θλίψη είναι και δεν μπορώ από την ώρα εκείνη να παρηγορηθώ”.
Κάποιος είδε ένα νέο μοναχό να γελάει και του είπε: “Μη γελάς, αδελφέ, γιατί διώχνεις τον φόβο του Θεού απ΄την ψυχή σου”.
Είπε πάλι: “Εάν περιπέσεις σε αμάρτημα και μετά αποκαταστήσεις τις σχέσεις σου με τον Θεό και αρχίσεις τη ζωή του πένθους και της μετάνοιας, πρόσεξε μην παύσεις να πονάς και να στενάζεις ενώπιον του Κυρίου ως την ημέρα του θανάτου σου, γιατί υπάρχει κίνδυνος να ξαναπέσεις γρήγορα στον ίδιο βόθρο. Η κατά Θεόν λύπη είναι χαλινάρι της ψυχής, που τη συγκρατεί για να μην ξαναπέσει”.
Κάποιος Γέροντας που έμενε στο κελί του ολομόναχος, έκανε εξήντα χρόνια μοναχός χωρίς να σταματήσει ποτέ να κλαίει. Και έλεγε πάντα: “Τον χρόνο της ζωής μας τον έχει δώσει ο Θεός για μετάνοια και πολύ θα τον αναζητήσουμε κάποτε”.
Κάποιος αδελφός ρώτησε έναν Γέροντα: “Τι να κάνω, αββά, πού, όταν δω κάποιον να αμαρτάνει, τον κατακρίνω, και όταν ακούσω για έναν αδελφό πώς είναι αμελής, τον μισώ και θα χάσω έτσι την ψυχή μου; ”Και είπε ο Γέροντας: “Όταν ακούσεις κάτι τέτοιο, απομακρύνσου αμέσως απ΄ τον λογισμό αυτό κάνοντας ένα άλμα και σπεύσε να θυμηθείς τη φοβερή ημέρα της Κρίσεως, αναλογίσου δίπλα σου το φρικτό βήμα, τον αδέκαστο δικαστή, τους πύρινους ποταμούς, που ρέουν μπροστά σ΄ εκείνο το βήμα κοχλάζοντας μέσα στη φοβερή φλόγα, τις ακονισμένες ρομφαίες, τις σκληρές τιμωρίες, την κόλαση που δεν έχει τέλος, τη νύχτα την άφεγγη, το σκοτάδι το εξώτερο, το φαρμακερό φίδι, τα άλυτα δεσμά, το τρίξιμο των δοντιών και τον οδυρμό που δεν έχει παρηγοριά. Αυτά λοιπόν να σκέπτεσαι, την αναπόφευκτη δηλαδή πανωλεθρία. Κι εκείνος ο δικαστής δεν έχει ανάγκη από κατηγόρους ούτε από μάρτυρες ούτε από αποδείξεις ούτε από έλεγχο. Αλλά ανάλογα με τα πεπραγμένα θα παρουσιασθεί μπροστά στα μάτια του κάθε ενόχου. Τότε κανείς δεν θα βρεθεί να βγει και να μας γλιτώσει από την τιμωρία, ούτε πατέρας ούτε γιος ούτε μητέρα μήτε θυγατέρα μήτε κανείς άλλος συγγενής, ούτε γείτονας ούτε φίλος ούτε συνήγορος. Μήτε μπορεί την ενοχή να την εξαγοράσει το χρήμα, ο περίσσιος πλούτος ή η δύναμη. Όλα αυτά σαν να΄ταν σκόνη θα εξαφανισθούν απ΄ τη μέση, και μόνος ο κρινόμενος θα πάρεις τις απολαβές του για όσα έπραξε, ή την αθωωτική απόφαση ή την καταδικαστική. Τότε κανείς άλλος δεν θα μπορεί να κριθεί για χάρη άλλου. Ο καθένας θα κριθεί χωριστά για όσα διέπραξε. Γνωρίζοντας αυτές τις αλήθειες μην κατακρίνεις κανέναν και θα είσαι πάντα ειρηνικός”.

https://www.askitikon.eu/

Θα τρέξουν γρήγορα




Πρέπει να βγαίνουμε από το ναό, σαν από τα ιερά άδυτα, σαν να κατεβαίνουμε από τους ίδιους τους ουρανούς. Δίδαξε όσους δεν εκκλησιάζονται ότι έψαλες μαζί με τα Σεραφείμ, ότι ανήκεις στην ουράνια πολιτεία, ότι συναντήθηκες με το Χριστό και μίλησες μαζί Του. 
Αν έτσι ζούμε τη θεία Λειτουργία, δεν θα χρειαστεί να πούμε τίποτα στους απόντες. Αλλά βλέποντας εκείνοι τη δική μας ωφέλεια, θα νιώσουν τη δική τους ζημιά και θα τρέξουν γρήγορα στην εκκλησία, για ν’ απολαύσουν τα ίδια αγαθά, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
https://inpantanassis.blogspot.com/

«Θυμάμαι, όταν η ευχή μπήκε για πρώτη φορά στην καρδιά μου, είχα μεθύσει από μια απερίγραπτη γλυκύτητα...»




-Γέροντα, ἠμπορεῖτε νά μᾶς πῆτε λίγα λόγια γιά τήν προσευχή;
-῾Η προσευχή, παιδί μου, χρειάζεται σωματική βία. Ἐγώ ἤμουν ἐκ φύσεως ἄνθρωπος ἀσυνήθους σωματικῆς ἀντοχῆς καί «ἔπεφτα» μέ ὁρμή καί δυνατό πόθο Θεοῦ στά μοναχικά ἀγωνίσματα. ῾Ο Γέροντάς μου, μᾶς εἶχε ἐπιβάλει νά ἀγρυπνοῦμε κάθε νύκτα 5-6 ὧρες κάνοντας οἱ πιό δυνατοί προσευχή καί οἱ κἄπως ἀδύνατοι νά διαβάζουν καί κάποιο βιβλίο. Ἐγώ προσευχόμουν πάντοτε ὄρθιος, διότι ἄν καθόμουν, μ᾿ ἔπιανε ὁ ὕπνος.
῾Η βία στήν προσευχή διαρκεῖ μέχρι μισή ὥρα. Κατόπιν ἔρχεται ἡ Χάρις καί ἡ προσευχή πλέον ἐνεργεῖται μόνη της προσφέροντας γλυκές πνευματικές ἐμπειρίες.
Στά ὀκτώ πρῶτα χρόνια τῆς μοναχικῆς μου ὑπακοῆς στόν Γέροντά μου, ὅταν προσευχόμουν τίς νύκτες, ἐνόμιζα ὅτι ἄνοιγαν οἱ Οὐρανοί, λόγῳ τῆς πλουσίας ἐπισκέψεως τῆς Χάριτος. 
῾Ο νοῦς μου, τοὐλάχιστον δύο φορές τήν ἑβδομάδα, ἀνέβαινε σέ θεωρία τοῦ Θεοῦ. Στήν κατάστασι αὐτή ὁ ἄνθρωπος, δέν μπορεῖ νά λέγῃ πλέον τήν εὐχή. 
῾Ο νοῦς, ἡ καρδιά ἑνώνονται μέ τήν εὐχή, δηλαδή μέ τήν αἴσθησι τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. ῾Η ψυχή εἶναι ἀποξενωμένη ἀπό τόν ἔξω κόσμο, καί γίνεται ὅλη φωτοειδής καί κατανυκτική. Καρπός αὐτῆς τῆς θείας ἑνώσεως εἶναι μία ἀνεκλάλητη γλυκύτης, ἡ ὁποία ἄλλοτε διαρκοῦσε μέχρι 4 ὧρες καί ἄλλοτε ὀλιγώτερο, ὅσο δηλαδή ἤθελε ὁ Θεός.
῞Οταν σταδιακά ἡ Χάρις ἀναχωροῦσε, ἄφηνε κάθε φορά κάτι νέο καί καινούργιο μέσα μου. Δηλαδή, μετά ἀπό κάθε νυκτερινή προσευχή μου, δέν ἤμουν ὁ ἴδιος τήν ἑπομένη ἡμέρα. ῾Ο Πανάγαθος Θεός, μοῦ προσέθεττε Χάρι ἐπάνω στήν Χάρι καί αὐτή ἡ εὐλογία πολύ μέ παρηγοροῦσε καί μοῦ δυνάμωνε τά φτερά τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης γιά τόν Χριστό.
Θυμᾶμαι, ὅταν ἡ εὐχή μπῆκε γιά πρώτη φορά στήν καρδιά μου, εἶχα μεθύσει ἀπό μία ἀπερίγραπτη γλυκύτητα. ῎Ημουν σάν ἐκστατικός. Δέν ἄντεξα ἀπό τήν χαρά μου καί ἐπῆγα στόν Γέροντα, παρότι ἦτο νύκτα, νά τόν ρωτήσω:
-Γέροντα ἔχω νά σέ ρωτήσω κάτι. Αὐτό κι αὐτό μοῦ συμβαίνει.
-Αὐτό, παιδί μου, εἶναι μεγάλη κατάστασις τῆς προσευχῆς. Κανένας δέν τήν ἀπέκτησε ἀπ᾿ ὅσους Μοναχούς ἐγνώρισα τόσα χρόνια. Μόνο σέ μένα μοῦ τήν δώρισε ὁ Θεός, καί τώρα τό ἴδιο βλέπω καί σέ σένα. Μετά ἀπ᾿ αὐτή τήν κατάστασι, ὑπάρχει καί ἡ τελευταία, κατά τήν ὁποία ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου πηγαίνει στόν παράδεισο.
῾Ο Γέροντάς μου συγκινήθηκε ἀπό αὐτό πού ἔμαθε, μ᾿ ἀγκάλιασε καί μ᾿ ἀσπάσθηκε.
Ἐμένα ὁ νοῦς μου δέν πῆγε ποτέ στόν παράδεισο, ἐνῶ ὁ Γέροντάς μου, εἶχε πάει μέ τόν νοῦ του πολλές φορές, ὅπως μᾶς διηγεῖται ὁ ἴδιος στίς ἐπιστολές του.

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
Προηγούμενος ῾Ιερᾶς Μονῆς Διονυσίου Ἁγίου ῎Ορους (+ 1908- 2001)
από το βιβλίο: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ ΤΟΥ ΑΘΩΝΟΣ» – Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου – 
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ – ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΑΘΩ – 2005
https://inpantanassis.blogspot.com/

Η τήρησις του όρου




Κάθε χριστιανός λογικά σκεπτόμενος για τη σωτηρία του, επιποθεί την καταλλαγή του με το Θεό. 
Επιθυμεί να συγχωρηθεί και να αγαπηθεί από το Θεό δια της μετανοίας. Αλλά για να το πετύχη αυτό, να πετύχη την συγγνώμη υπό του Θεού, να πετύχη την συμφιλίωση μαζί του, πρέπει να τηρήσει τον όρο, που ο Χριστός μας μας έθεσε στο Ευαγγέλιό Του: 
«Εάν συγχωρήσουμε, θα συγχωρηθούμε».

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης
https://inpantanassis.blogspot.com/

H αληθινή πίστη αποδεικνύεται όταν εναποθέτουμε την ελπίδα μας στον Θεό




Τα λόγια «Η πίστη σου σε έσωσε» και «Ας γίνει σε σένα σύμφωνα με την πίστη σου» δεν είναι κενές φράσεις. 
 Η σύγχυση και η απόγνωση, ωστόσο, προέρχονται από τον εχθρό και καταστρέφουν την πίστη. Διότι η πίστη δεν εκδηλώνεται απλώς με την ορθοστασία κατά την προσευχή ή τη συμμετοχή στη λατρεία της Εκκλησίας· η αληθινή πίστη αποδεικνύεται όταν εναποθέτουμε την ελπίδα μας στον Θεό και δεχόμαστε από Εκείνον οτιδήποτε κρίνει Εκείνος σκόπιμο να μας στείλει στην πορεία της ζωής μας.
 Τα δικά μας κριτήρια για το καλό και την ευτυχία δεν συμπίπτουν πάντα με το θέλημα του Θεού για εμάς· γι’ αυτό, προσεύχεστε και ευχαριστείτε τον Θεό για όλα, βαδίζοντας στη ζωή προς την Επαγγελμένη Γη χωρίς φόβο.

Αρχιμανδρίτης Ιωάννης (Κρεστιανκίν)
https://proskynitis.blogspot.com/

Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ, ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ



«Ο ιερός ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει στο ευαγγέλιό του ότι όταν εισήλθε ο πρεσβύτης και δίκαιος Ζαχαρίας στα Άγια των Αγίων, προκειμένου να προσφέρει τη θυσία του θυμιάματος, κατά τον καιρό της εφημερίας του στον Ναό, φανερώθηκε σ’  αυτόν ο αρχάγγελος Γαβριήλ, ο οποίος του μετέφερε τη χαρμόσυνη είδηση ότι πρόκειται η γυναίκα του Ελισάβετ να γεννήσει γιο κατά το γήρας της, Προφήτη και Πρόδρομο, φωνή και κήρυκα και παντοτινό λυχνάρι, τον μύστη της χάρης του Θεού. Αυτήν τη θεία σύλληψη είπε στον προφήτη και ιερέα Ζαχαρία ο θείος αρχιστράτηγος με τα λόγια: «Εισακούστηκε η δέησή σου», οπότε με την παράδοξη αυτή γέννα λόγω γηρατειών και στειρώσεως της Ελισάβετ, άρχισε να προμηνύεται και ο θείος και παρθενικός τόκος της παναχράντου Θεοτόκου».
Θα πρέπει καταρχάς να σημειώσουμε ότι η σημερινή εορτή της συλλήψεως του αγίου Ιωάννου δεν στηρίζεται σε κάποιες πληροφορίες αποκρύφων ευαγγελίων, τις οποίες ενδεχομένως μπορεί κανείς να αμφισβητήσει, αλλά αποτελεί βεβαιότατο γεγονός, το οποίο καταγράφεται, όπως είπαμε και παραπάνω, από τον άγιο ευαγγελιστή Λουκά. Κι αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία μας εντάσσοντας το γεγονός αυτό μέσα στα θεόπνευστα κείμενά της – δεν έχουν ασφαλώς ίδια ισχύ και αξία τα ευαγγέλια με τα απόκρυφα ή ψευδεπίγραφα λεγόμενα: τα απόκρυφα (2ος μ.Χ. αι .και εξ.) μπορεί να διασώζουν αληθινά στοιχεία (π.χ. τα σχετικά με τη Γέννηση της Υπεραγίας Θεοτόκου ή τα Εισόδιά της στον Ναό),  περιέχουν όμως σε πολλά σημεία τους ή ψευδείς ή αιρετικές και παραπλανητικές πληροφορίες – θέλει να τονίσει τη σημασία του ερχομού στον κόσμο του Ιωάννου Προδρόμου, εκείνου του προφήτη δηλαδή που θα προετοίμαζε το έδαφος για τον ερχομό του Ίδιου του Θεού ως ανθρώπου. Με την προοπτική και πάλι του Κυρίου Ιησού Χριστού αξιολογείται το γεγονός της συλλήψεως του αγίου Ιωάννου, δηλαδή υπό το φως του Ήλιου κατανοείται το φως του λύχνου. Διότι διαφορετικά η σημασία του θα είχε την ίδια ισχύ με τη σύλληψη και κάθε άλλου ανθρώπου, που έρχεται, με την ευδοκία ασφαλώς  του Θεού, στον κόσμο.
Πέραν της παραπάνω πραγματικότητας, την οποία ποικιλοτρόπως προβάλλουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, και πέραν ακόμη του γεγονότος ότι με αυτήν ιδιαιτέρως την εορτή η Εκκλησία μας φανερώνει την υπέρβαση κάθε «ηθικισμού»,  εκείνο που θεωρείται αξιοπρόσεκτο, κατά τον υμνογράφο, είναι η αντίδραση του δικαίου Ζαχαρία απέναντι στον αρχάγγελο Γαβριήλ, όταν εκείνος του ευαγγελίζεται τη γέννηση του υιού του: αμφισβητεί τα λόγια του απεσταλμένου του Κυρίου, διότι στηρίζεται στη λογική και την εμπειρία του. Πώς είναι δυνατόν από γέρο άνθρωπο και γερόντισα γυναίκα, και μάλιστα στείρα, να γεννηθεί ένα παιδί; «Ελισάβετ τα μέλη νενέκρωται, και εμού δε το γήρας, δυσπιστίαν νυν τεκμαίρεται». Ο υμνογράφος όμως συνεχίζει να ερμηνεύει το σκεπτικό του Ζαχαρία: όχι μόνο η φυσική τάξη των πραγμάτων ανατρέπεται με όσα μεταφέρει ο άγγελος, αλλά και από πλευράς πνευματικής υπάρχει, κατ’  αυτόν, κάτι ανάποδο: «εγω γαρ ήλθον την σωτηρίαν λαού αιτήσασθαι, ουχί δε κομίσασθαι παίδα, ως προσφωνείς». Εκείνο δηλαδή που πρέπει να επέτεινε την αμφισβήτηση του αγίου Ζαχαρία και επομένως να τον οδηγούσε σε καχυποψία ότι δεν αληθεύουν τα λόγια της ουράνιας οπτασίας, ήταν ότι ο ευαγγελισμός για τον «υποτιθέμενο» γιο του ερχόταν σε μία στιγμή πνευματικής λειτουργίας, σε ώρα δηλαδή προσευχής, και μάλιστα υπέρ της σωτηρίας του λαού. Εγώ ήλθα εδώ στον Ναό, όπως σημειώνει ο υμνογράφος, για να ζητήσω από τον Θεό τη σωτηρία του λαού και όχι να αποκτήσω παιδί, όπως μου λές εσύ. Κι αλλού: «Αμφίβολον κέκτημαι την διάνοιαν εγώ, και απιστώ τοις λόγοις σου, τω Αρχαγγέλω έφη ο Ιερεύς. Λαού σωτηρίαν γαρ, ουκ εμής εξ οσφύος καρπόν ήτησα». Αμφιβάλλω εγώ και απιστώ στα λόγια σου, είπε ο Ιερεύς στον αρχάγγελο, γιατί ζήτησα τη σωτηρία του λαού και όχι καρπό από την οσφύ μου.
Αυτό όμως που φαίνεται τόσο «λογικό» για τον άγιο Ζαχαρία, και μάλιστα η αμφισβήτηση της εκ Θεού προέλευσης της οπτασίας λόγω του περισπασμού από το περιεχόμενο της προσευχής του: να ζητάει από τον Θεό τη σωτηρία του λαού και να του προκύπτει κάτι προσωπικό του: ένα παιδί, είναι εκείνο στην πραγματικότητα που ερχόταν ως απάντηση ακριβώς της προσευχής αυτής. Διότι η γέννηση του παιδιού του Ιωάννη ήταν η απαρχή της σωτηρίας του λαού. Με αυτόν θα ξεκινούσε η σωτηρία ως κήρυγμα μετανοίας για να γίνει αποδεκτός ο Μεσσίας. Με άλλα λόγια ο Ζαχαρίας δεν μπορούσε να κατανοήσει ότι ο Θεός τού έδινε ό,τι ζητούσε, δηλαδή αδυνατούσε να διεισδύσει στον τρόπο δράσεως του Θεού. Κι είναι κάτι στο οποίο τελικώς «σκοντάφτουμε» οι περισσότεροι. Διότι και εμείς ζητάμε από τον Θεό διάφορα πράγματα, και μάλιστα κάτω από πνευματικές προϋποθέσεις. Και δεν καταλαβαίνουμε ότι η «άρνηση» του Θεού να μας απαντήσει ή συμβάντα σε εμάς «ξένα» προς αυτά που ζητάμε, συνιστούν τελικώς αυτό που είναι η απάντηση του Θεού ακριβώς στα αιτήματά μας. Πρέπει ίσως να «επιτρέπουμε» στον Θεό να βλέπει πέρα από ό,τι βλέπουμε εμείς και ίσως πάλι να είμαστε σε ετοιμότητα αποδοχής του δικού Του θελήματος ως πιο ευεργετικού για εμάς από το δικό μας. Ας  θυμηθούμε και αυτό που συνέβη και στον Γέροντα Παϊσιο: Δέχτηκε «άδικη» επίθεση από έναν ιερέα και ταράχτηκε, χωρίς όμως να μιλήσει. Κι όταν έπειτα άρχισε να ανακρίνει τους λογισμούς του, για να καταλάβει τι έγινε, διεπίστωσε ότι ζητούσε από τον Θεό καρδιακά να του δώσει ταπείνωση. Κι ο Θεός τού έδωσε την αφορμή: «άλλαξε» λίγο τη συμπεριφορά του ιερέα απέναντί του, προκειμένου ακριβώς να του δώσει την ευκαιρία να αγωνιστεί να αποκτήσει την ταπείνωση. Ο Θεός λοιπόν πάντοτε μας ακούει, πάντοτε μας απαντάει, πρέπει όμως να έχουμε κι εμείς ανοικτά τα μάτια μας για να διακρίνουμε ορθά την απάντησή Του.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Α´ 5 - 25
5 Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ γυνὴ αὐτῷ ἐκ τῶν θυγατέρων Ἀαρών, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς Ἐλισάβετ. 6 ἦσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασιν τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι. 7 καὶ οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἡ Ἐλισάβετ ἦν στεῖρα, καὶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν ἦσαν. 8 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτὸν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφημερίας αὐτοῦ ἔναντι τοῦ Θεοῦ, 9 κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἱερατείας ἔλαχε τοῦ θυμιᾶσαι εἰσελθὼν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου· 10 καὶ πᾶν τὸ πλῆθος ἦν τοῦ λαοῦ προσευχόμενον ἔξω τῇ ὥρᾳ τοῦ θυμιάματος. 11 ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἑστὼς ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος. 12 καὶ ἐταράχθη Ζαχαρίας ἰδών, καὶ φόβος ἐπέπεσεν ἐπ’ αὐτόν. 13 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία· διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ἡ γυνή σου Ἐλισάβετ γεννήσει υἱόν σοι, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννην· 14 καὶ ἔσται χαρά σοι καὶ ἀγαλλίασις, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τῇ γενέσει αὐτοῦ χαρήσονται. 15 ἔσται γὰρ μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίῃ, καὶ Πνεύματος ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ, 16 καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν. 17 καὶ αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλίου, ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον. 18 καὶ εἶπε Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον· Κατὰ τί γνώσομαι τοῦτο; ἐγὼ γάρ εἰμι πρεσβύτης καὶ ἡ γυνή μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς. 19 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ· Ἐγώ εἰμι Γαβριὴλ ὁ παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα. 20 καὶ ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἧς ἡμέρας γένηται ταῦτα, ἀνθ’ ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς λόγοις μου, οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν. 21 καὶ ἦν ὁ λαὸς προσδοκῶν τὸν Ζαχαρίαν, καὶ ἐθαύμαζον ἐν τῷ χρονίζειν αὐτόν ἐν τῷ ναῷ. 22 ἐξελθὼν δὲ οὐκ ἠδύνατο λαλῆσαι αὐτοῖς, καὶ ἐπέγνωσαν ὅτι ὀπτασίαν ἑώρακεν ἐν τῷ ναῷ· καὶ αὐτὸς ἦν διανεύων αὐτοῖς, καὶ διέμενεν κωφός. 23 καὶ ἐγένετο ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 24 Μετὰ δὲ ταύτας τὰς ἡμέρας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε, 25 λέγουσα ὅτι Οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τό ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Α´ 5 - 25
5 Ἔζησε κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας κάποιος ἱερεύς, ποὺ ἐλέγετο Ζαχαρίας, ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν λειτουργῶν τοῦ ναοῦ, ἡ ὁποία κατήγετο ἀπὸ τὸν ἱερέα Ἀβιά. Καὶ ἡ γυναῖκα του ἦτο ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀαρών, καὶ τὸ ὄνομά της ἦτο Ἐλισάβετ. 6 Ἦσαν δὲ καὶ οἱ δύο ἐνάρετοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐρευνᾷ καὶ γνωρίζει τὰς καρδίας ὅλων, καὶ ἐπολιτεύοντο σύμφωνα μὲ ὅλας ἐν γένει τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ παραγγέλματα τοῦ Κυρίου, ἄμεμπτοι εἰς ὅλα καὶ ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε σοβαρὰν ἐνοχήν. 7 Καὶ δὲν εἶχαν τέκνον, διότι ἡ Ἐλισάβετ ἦτο στεῖρα, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ οἱ δύο ἦσαν ἀρκετὰ προχωρημένοι εἰς τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς των. 8 Ἐνῷ δὲ ὁ Ζαχαρίας ἐτέλει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὴν ἱερατικήν του λειτουργίαν κατὰ τὴν σειρὰν τῆς τάξεως καὶ πατριᾶς τῶν ἱερέων, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκε, συνέβη τὸ ἑξῆς: 9 Σύμφωνα πρὸς τὴν κρατοῦσαν μεταξὺ τοῦ ἱερατείου συνήθειαν τοῦ νὰ ἐκλέγεται διὰ κλήρου ὁ ἱερεύς, ὁ ὁποῖος θὰ προσέφερε τὸ θυμίαμα, ἔλαχεν εἰς τὸν Ζαχαρίαν ὁ κλῆρος νὰ ἔμβῃ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου καὶ νὰ προσφέρῃ θυμίαμα ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου τῶν θυμιαμάτων. 10 Καὶ ὅλον τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ εὑρίσκετο συναθροισμένον καὶ προσηύχετο ἐκεῖ ἔξω εἰς τὰ προαύλια τοῦ ναοῦ τὴν ὥραν, ποὺ ἐκαίετο τὸ θυμίαμα. 11 Ἐφανερώθη δὲ εἰς αὐτὸν ἄγγελος Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐστέκετο εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ θυσιαστηρίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔκαιαν τὸ θυμίαμα. 12 Καὶ ἐταράχθη ὁ Ζαχαρίας, ὅταν τὸν εἶδε, καὶ φόβος ἐκυρίευσεν αὐτόν. 13 Τοῦ εἶπε δὲ ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβᾶσαι, Ζαχαρία. Τουναντίον χαῖρε, διότι εἰσακούσθῃ ἀπὸ τὸν Θεὸν ἡ παράκλησις, τὴν ὁποίαν πολλὰς φορὰς ἕως τώρα ἔκαμες. Καὶ ἡ γυναῖκα σου ἡ Ἐλισάβετ θὰ σοῦ γεννήσῃ τέκνον, καὶ θὰ καλέσῃς τὸ ὄνομά του Ἰωάννην. 14 Καὶ θὰ δοκιμάσῃς χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν καὶ πολλοί, ὅταν θὰ ἀκούσουν τὸ προφητικὸν κήρυγμά του, θὰ χαροῦν διὰ τὴν γέννησίν του. 15 Θὰ προκληθῇ δὲ ἡ μεγάλη αὐτὴ χαρά, διότι θὰ εἶναι πραγματικῶς μέγας ἄνθρωπος, ἀπὸ αὐτὸν τὸν Κύριον ἀνεγνωρισμένος τοιοῦτος. Καὶ δὲν θὰ πίῃ οἶνον ἢ ἄλλο μεθυστικὸν ποτόν. Καὶ θὰ τοῦ δοθοῦν ἄφθονα τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ αὐτὸν ἀκόμη τὸν καιρόν, ποὺ θὰ εἶναι εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας του. 16 Καὶ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ ἔχουν ἀπομακρυνθῆ καὶ ἀποπλανηθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν μὲ τὰς ἁμαρτίας των, θὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ διὰ τῆς μετανοίας εἰς τὸν ἐνανθρωπήσαντα Κύριον, τὸν Θεόν τους. 17 Καὶ αὐτὸς θὰ προπορευθῇ ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ θεανθρώπου Μεσσίου, μὲ τὸ αὐτὸ προφητικὸν χάρισμα τοῦ Πνεύματος καὶ μὲ τὴν αὐτὴν παρρησίαν καὶ ἄφοβον δραστηριότητα, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ὁ Ἠλίας. Καὶ θὰ χρησιμοποιῇ ταῦτα διὰ νὰ ξαναγυρίσῃ εἰς τὰ παιδιὰ τὰς καρδίας τῶν πατέρων, ποὺ ἐψυχράνθησαν καὶ ἔχασαν καὶ αὐτὴν τὴν φυσικὴν στοργήν των, καὶ νὰ θερμάνῃ ἔτσι καὶ σφίξῃ στενώτερον τοὺς οἰκογενειακοὺς δεσμούς· ἀκόμη δὲ τοὺς ἀπειθεῖς καὶ δυστρόπους νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς τὰς σκέψεις καὶ εἰς τὸ φρόνημα τῶν δικαίων, μεταβάλλων αὐτοὺς εἰς ἐναρέτους. Καὶ ἔτσι νὰ ἑτοιμάσῃ εἰς τὸν Κύριον λαὸν θρησκευτικῶς καὶ ἠθικῶς προπαρασκευασμένον, ἵνα ὑποδεχθῇ καὶ ἐγκολπωθῇ αὐτὸν ὡς Σωτῆρα. 18 Καὶ εἶπεν ὁ Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον· Μὲ ποῖον σημεῖον θὰ βεβαιωθῶ περὶ αὐτοῦ, ποὺ μοῦ λέγεις; Φαίνεται τοῦτο ἀπίθανον καὶ ἀπίστευτον, διότι ἐγὼ εἶμαι γέρων καὶ ἡ γυναῖκα μου εἶναι περασμένης ἡλικίας. 19 Καὶ ὁ ἄγγελος ἀπεκρίθη καὶ τοῦ εἶπεν· Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γαβριήλ, ποὺ παραστέκομαι ἐμπρὸς εἰς τὸν Θεόν, διὰ νὰ τὸν ὑπηρετῶ ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχαγγέλους του. Καὶ ἐστάλην ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ σοῦ ὁμιλήσω καὶ νὰ σοῦ φέρω τὰς χαροποιοὺς αὐτὰς εἰδήσεις. 20 Καὶ ἀφοῦ ζητεῖς σημεῖον, ἰδού, ἔχεις αὐτό, ὄχι ὅμως ὅπως τὸ θέλεις: Θὰ εἶσαι βωβὸς καὶ δὲν θὰ ἠμπορῇς νὰ ὁμιλήσῃς μέχρι τῆς ἡμέρας, ποὺ θὰ γίνουν αὐτά, δηλαδὴ ἡ γέννησις τοῦ παιδίου καὶ ἡ ὀνομασία αὐτοῦ. Καὶ σοῦ ἐπιβάλλεται ἡ τιμωρία αὐτή, ἐπειδὴ δὲν ἐπίστευσες εἰς τοὺς λόγους μου, οἱ ὁποῖοι θὰ πραγματοποιηθοῦν ἐξ ὁλόκλήρου εἰς τὸν καιρόν τους. 21 Καὶ ὁ λαὸς ἐν τῷ μεταξὺ ἐξηκολούθει νὰ περιμένῃ τὸν Ζαχαρίαν. Καὶ εὑρίσκοντο ὅλοι εἰς ἀπορίαν, διότι ἐβράδυνε καὶ ἠργοπορεῖ οὗτος μέσα εἰς τὸν ναόν. 22 Ὅταν δὲ ὁ Ζαχαρίας ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον, δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσους τὸν ἠρώτων διὰ τὴν ἀργοπορίαν του. Καὶ ἐκατάλαβαν, δὴ εἶχεν ἴδει ὀπτασίαν μέσα εἰς τὸν ναόν. Καὶ αὐτὸς ἐξηκολούθει νὰ συνεννοῆται μὲ αὐτοὺς διὰ νευμάτων καὶ ἔμενε κωφὸς καὶ ἄλαλος. 23 Καὶ ὅταν συνεπληρώθησαν αἱ ἡμέραι, ποὺ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ λειτουργῇ εἰς τὸν ναόν, συνέβη νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ σπίτι του. 24 Ὕστερα δὲ ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἔμεινεν ἔγκυος ἡ σύζυγος του ἡ Ἐλισάβετ, καὶ ἐπὶ μήνας πέντε ἔκρυπτεν ἐπιμελῶς τὸν ἑαυτόν της ἀπὸ συστολὴν διὰ τὴν ἐγκυμοσύνην της. 25 Ἀλλ’ ὅταν πλέον δὲν ἠδύνατο νὰ κρυβῇ, ἔλεγεν εἰς αὐτοὺς ποὺ τὴν συνέχαιρον, ὅτι ἔτσι εἰς ἡλικίαν περασμένην μου ἔχει κάμει τὸ καλὸ αὐτὸ ὁ Θεὸς κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς, ποὺ ἐπέβλεψε μὲ εὐμένειαν διὰ νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν στείρωσιν καὶ ἀτεκνίαν μου, ἡ ὁποία μοῦ ἔφερεν ἐντροπὴν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Εκεί­νος που δεν έχει με­τριο­φρο­σύ­νη, δεν μπο­ρεί να έχει ούτε σω­φρο­σύ­νη. Και έτσι όποιος χά­σει το μέ­τρο της φρο­νή­σε­ως, γί­νε­ται συγ­χρό­νως και δει­λός και θρα­σύς, αφού η ψυχή του αρ­ρω­σταί­νει.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

Η δύναμη της κοινής προσευχής




Γέροντα, μερικές φορές νιώθω την ανάγκη να μείνω στο κελλί και να κάνω πνευματικά παρά να πάω στην Ακολουθία.
– Αυτό που θα γίνη στην Ακολουθία, μπορεί να γίνη άλλη ώρα; Δεν μπορεί να γίνη. Ενώ αυτό που θα κάνης στο κελλί, μπορεί να γίνη και άλλη ώρα.
– Στην Εκκλησία, Γέροντα, δεν νιώθω πάντα την αλλοίωση που νιώθω στο κελλί.
– Κοίταξε∙ η κατ’ ιδίαν προσευχή είναι προετοιμασία για την κοινή. Η κοινή προσευχή από άποψη ποιότητος μπορεί να είναι κατώτερη από την κατ’ ιδίαν, γιατί στον ναό δεν μπορείς να κινηθής ελεύθερα, όπως όταν είσαι μόνος.
Από άποψη όμως ισχύος είναι ανώτερη , γιατί προσεύχονται όλοι μαζί , και άλλου η προσευχή έχει πιο πολλή δύναμη, άλλου πιο πολλή θέρμη, κ.λπ.
Αυτές λοιπόν τις δυο-τρεις ώρες που γίνεται η Ακολουθία, πρέπει να είσαι κι εσύ εκεί στην εκκλησία, για να προσευχηθής μαζί με όλους. Τι είπε ο Χριστός; «ὅπουείναι δύοἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόνὄνομα, ἐκεῖεἰμι ἐνμέσῳ αὐτῶν».
– Γέροντα, με αναπαύει πιο πολύ να μένω στο κελλί , επειδή στην Ακολουθία έχω περίσπαση.
– Η ανάπαυση που νιώθεις εκείνη την ώρα στο κελλί , δεν είναι πραγματική ανάπαυση. Αν κάνης τον αγώνα σου μέσα στην εκκλησία και προσπαθήσης να συγκεντρωθής και να λες την ευχή, τότε θα κάνης σωστή δουλειά και θα βρης την πραγματική ανάπαυση.
Να κάνης μια προσπάθεια να ξεπεράσης τις δυσκολίες μέσα στις δυσκολίες∙ αυτό πολύ θα σε βοηθήση. Είναι σαν να εκπαιδεύεσαι στον στρατό με πραγματικές σφαίρες , πράγμα που σε κρατά σε εγρήγορση.
– Γέροντα, στην Ακολουθία ζορίζομαι, γιατί δεν μπορώ να λέω την ευχή και να παρακολουθώ συγχρόνως τις αναγνώσεις και τα ψαλτικά.
– Γιατί ζορίζεσαι; Βλέπω ότι έχεις αγωνία. Λες :«Θέλω να προχωρήσω στον νοερά προσευχή, θέλω να πλουτίσω…». Αυτό έχει μέσα κρυφό εγωισμό, υπερηφάνεια. Όχι ότι δεν αγωνίζεσαι∙ εγώ σου τα λέω και λίγο υπερβολικά.
Έχεις καλή διάθεση και ο Χριστός θα σε βοηθήση. Στάσου σαν παιδάκι μπροστά στον Θεό και μη σκέφτεσαι τίποτε.
Κινήσου απλά, και θα δης πόση Χάρη θα σου δώση ο Χριστός και η Παναγία. Μπαίνοντας στην εκκλησία να σκέφτεσαι πως μπήκες μέσα στο καράβι, και άφησε τον εαυτό σου στα χέρια του Θεού να σε πάω όπου θέλει.
– Ο ύπνος, Γέροντα, με κλέβει στις Ακολουθίες και μερικές φορές δεν μπορώ να παρακολουθήσω καθόλου. Ύστερα μου λέει ο λογισμός: «Τι έγινε που πήγες στην Ακολουθία, αφού δεν προσευχήθηκες;».
– Και όταν νυστάζης, και όταν σε κλέβη ο ύπνος, το καράβι ταξιδεύει. Μέσα στο καράβι, άλλος χαζεύει, άλλος νυστάζει , άλλος κοιμάται, αλλά το καράβι προχωράει για τον προορισμό του. Εσύ να προσπαθής να μην κοιμάσαι.
– Γέροντα, αν ο νους στην Ακολουθία δεν ασχοληθή με τη προσευχή , είναι κουραστική η Ακολουθία.
– Ναι ,γιατί τότε δεν τρέφεται ο άνθρωπος. Όταν ο νους δεν είναι στα θεία νοήματα, η Ακολουθία είναι απλώς μια σωματική άσκηση, ένας κόπος για την αγάπη του θεού . Πάντως και αυτός που νυστάζει στην εκκλησία και αγωνίζεται να μην τον πάρει ο ύπνος , έχει μεγάλο μισθό.
Μήπως δεν είχε κρεβάτι στο κελλί του, να πάη να κοιμηθή; Δυο κοσμικοί πήγαν στο Άγιον όρος σε μια αγρυπνία. Κοιμήθηκαν πρώτα και κατέβηκαν στον ναό στους Αίνους. Ένας καλόγερος στο στασίδι νύσταζε και αγωνιζόταν να μην κοιμηθή.
Ο ένας από τους δύο κοσμικούς ,όταν τον είδε, λέει στον διπλανό του: «Κοίτα, οι καλόγεροι κοιμούνται».
Τότε ο άλλος του απάντησε σαν ροβ καλό ληστή: «Δεν ντρέπεσαι; Εμείς κοιμηθήκαμε τόσες ώρες και τώρα ήρθαμε. Δεν θα μπορούσε κι αυτός να πάη στο κελλί του να κοιμηθή; Στρώμα μπορεί να μην έχη, αλλά ένα ξυλοκρέβατο θα έχη».
– Την Ακολουθία , Γέροντα, δεν την χαίρομαι.
– Όλο χαρά να ζητάμε; Βρίσκεσαι στον ναό για τον Χριστό. Στέκεσαι στο στασίδι, ακουμπάς κιόλας τα χέρια και ξεκουράζεσαι λίγο. Να σκέφτεσαι: «Ο Χριστός έχει απλωμένα τα χέρια στον Σταυρό , ενώ εγώ ξεκουράζομαι κιόλας». Έτσι θα νιώσης ανάπαυση.
– Γέροντα, στην Ακολουθία μπορούμε να καθώμαστε;
– Όποιος έχει κάποια δυσκολία , μπορεί να καθήση λίγο. Όποιος όμως έχει το κουράγιο , καλό είναι να στέκεται όρθιος. Αλλά αυτό να το αισθάνεσθε και να το κάνετε από μέσα σας.
Όχι να λέτε: «Τώρα θα πάμε στην εκκλησία, θα σταθούμε έτσι, θα έχουμε σκυμμένο το κεφάλι, δε θα κουνηθούμε». Αυτό είναι ένα πράγμα τυπικό, εξωτερικό.
– Πολλές φορές, Γέροντα, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ μέσα στην εκκλησία, επειδή πονούν τα πόδια μου από την ορθοστασία. Τι να κάνω;
– Να θυμάσαι το τιμωρητικό ξύλο, στο οποίο έβαλαν τα πόδια του Χριστού και να λες: «Δόξα τω Θεώ, που πονάω». Τότε θα ξεχνάς τον δικό σου πόνο , η καρδιά σου θα γλυκαίνεται και θα λες καρδιακά την ευχή.

Από το βιβλίο: « ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ ζ΄ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
https://www.askitikon.eu/

Μη θυμώνεις με τους εχθρούς σου…



Μη θυμώνετε με όσους σας συμπεριφέρονται εχθρικά!
Μη θυμώνετε με εκείνους που σας κατηγορούν άδικα, με εκείνους που σας βρίζουν και σας κακολογούν!
Μη θυμώνετε και μην κρατάτε κακία σε όσους σας έχουν κάνει κακό!
Μη ζητάτε εκδίκηση από όσους σας έχουν βλάψει!
Μη θυμώνετε μαζί τους, αλλά να τους ευχαριστείτε, διότι, ίσως, όλοι αυτοί να σας βάλουν στον παράδεισο!
Μην λυπάστε για τον εαυτό σας και γιατί σας φέρονται άσχημα, να λυπάστε για τις ψυχές όλων εκείνων που σας κατηγορούν!
Κάθε αδικία ή κατηγορία που δέχεστε αδιαμαρτύρητα και σκέφτεστε «αν είναι θέλημα Θεού», είναι στεφάνι δόξης για την ψυχή σας! «Αγαπήστε τον εχθρό σας ωσάν τον αδερφό σας» μας δίδαξε ο Χριστός μας!

https://www.askitikon.eu/

Σοφά λόγια Ἁγίων Πατέρων




Νομίζουμε ὅτι αὐτὴ ἡ ζωή, δὲν περνάει. Περνάει πάρα πολὺ γρήγορα καὶ σημασία ἔχει, ποῦ θὰ βρεθεῖς μετά...
Γέροντας Ἀμβρόσιος Λάζαρης

Σήμερα οἱ μεγάλοι θέλουν νὰ παίρνουν πολλὰ λεφτὰ μὲ λίγη δουλειὰ καὶ οἱ μικροὶ νὰ παίρνουν μεγάλους βαθμούς, χωρὶς διάβασμα. Καὶ ἂν εἶναι δυνατόν, χωρὶς νὰ φεύγουν ἀπὸ τὴν καφετέρια...
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Ἡ πείρα εἶναι μεγάλο πράγμα, ἀλλὰ δὲν μαθαίνεται, παθαίνεται!
Γέροντας Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Εἴτε πέντε χρόνια ζήσει κανείς, εἴτε ἑκατὸν πέντε δὲν ἔχει σημασία. Ἀξία ἔχει ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς. Χαρὰ σ' αὐτοὺς ποὺ ἀντιμετωπίζουν τὴν περίπτωση τῆς ἀσθενείας μὲ μετάνοια καὶ εἴτε ζήσουν εἴτε ὄχι, θὰ εἶναι ἕτοιμοι. Ὁ Κύριος περιμένει. Περιμένει στὸ Φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ τὴν κάθε ψυχή, ὅσο ἁμαρτωλὴ κι ἂν εἶναι. Περιμένει ν' ἀδειάσει στὸ ἐξομολογητήριο τὸ θολὸ νερὸ τῆς ψυχῆς της καὶ νὰ γεμίσει μὲ νερὸ καθαρό, ὥστε νὰ μὴν διψάσει στὴν Αἰώνια Ζωή.
Γέροντας Εὐσέβιος Γιαννακάκης

Μέσα στὸν γάμο πρέπει ὁ καθένας νὰ προσπαθεῖ μὲ φιλότιμο νὰ σηκώνει τὰ βάρη τοῦ ἄλλου πάνω του καὶ νὰ τὸν ξεκουράζει. Χαρά τους νὰ γίνεται, πὼς νὰ ἀναπαύει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.
Ἅγιος Παΐσιος

Νὰ μὴν κατηγορεῖς κανέναν ἀπολύτως, νὰ μὴν κοροϊδεύεις, νὰ μὴν ὀργίζεσαι, νὰ μὴν περιφρονεῖς. Φυλάξου πολὺ νὰ μὴ λὲς ''ὁ τάδε ζεῖ ἐνάρετα ἢ ὁ δείνα ἄσωτα'', διότι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ ''μή κρίνετε''. Ὅλους νὰ τοὺς βλέπεις μὲ τὸ ἴδιο μάτι, μὲ τὴν ἴδια διάθεση, μὲ τὴν ἴδια σκέψη, μὲ ἁπλὴ καρδιά, νὰ τοὺς δέχεσαι σὰν τὸν Χριστό.
Ἅγιος Νήφων

Ἄσε τὰ παλιά. Νὰ τὰ ξεχάσεις ὅλα! Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα!
Γέροντας Ἀμβρόσιος Λάζαρης

Ἡ Πνευματικὴ ζωὴ ἔχει χαρὲς μεγάλες. Πετᾶς, φεύγεις ἀπὸ τὸν κόσμον, δὲν λογαριάζεις τίποτε. Γίνεσθε παιδιὰ καὶ κατοικεῖ ὁ Θεὸς εἰς τὴν καρδιά σας. Θὰ πάθετε ἀναισθησία, ὅπως λένε οἱ κοσμικοί, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀνύψωσις Πνεύματος.
Γέροντας Ἀμφιλόχιος Μακρὴς

Νὰ κάνετε ἐλεημοσύνες στοὺς γειτόνους καὶ σὲ ὅλους, ποὺ ἔχουν ἀνάγκη. Ποῦ εἶναι ἡ Ἀγάπη, ὅταν δὲν κάνουμε ἐλεημοσύνη; ...
Γέροντας Ἀμβρόσιος Λάζαρης

- Ὑπάρχουν σήμερα Ἅγιοι μέσα στὸν κόσμο;
- Πάρα πολλοί. Ὁ Θεὸς τοὺς γνωρίζει. Ἂν δὲν ὑπῆρχαν, ὁ κόσμος μας θὰ εἶχε πάψει νὰ ζεῖ. Τὸ λέει καθαρὰ ὁ Ἅγιος Συμεών, ὁ Νέος Θεολόγος: ''Ὅταν λείψουν ἀπὸ τὸν κόσμο οἱ Ἅγιοι, θὰ ἐκλείψει κι ὁ κόσμος''...
Γέροντας Κλεόπας Ηλιέ

Ἐκεῖ ποὺ ὁ Χριστὸς εἶναι ἀπῶν, ἐκεῖ περισσεύει τὸ ψεῦδος καὶ ἡ βία θριαμβεύει...
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Τί σημαίνει νὰ σηκώσεις τὸ σταυρό σου; Αὐτὸ θὰ πεῖ νὰ λαμβάνεις οἰκειοθελῶς ἀπὸ τὸ χέρι τῆς Θείας Πρόνοιας κάθε ἰαματικὴ πικρία, πού σοῦ προσφέρεται. Συμβαίνουν καταστροφὲς μεγάλες; Μεῖνε ὑποτασσόμενος στὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καθὼς ὁ Νῶε. Σοῦ ζητεῖται αὐτοθυσία; Πρόσφερέ την μὲ τέτοια πίστη στὸ Θεὸ καθὼς καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἤθελε νὰ προσφέρει ὡς θυσία τὸν υἱό του. Χάνεται ἡ περιουσία, πεθαίνουν αἰφνιδίως τὰ τέκνα σου καὶ σὲ ζώνει ἀρρώστια βαριά; Ὑπόφερε τὰ πάντα μὲ καρτερία καὶ μὴν ἀπομακρύνεις τὴν καρδιά σου ἀπὸ τὸ Θεό, καθὼς καὶ ὁ Ἰὼβ τὸ ἴδιο ἔκανε.
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

https://inpantanassis.blogspot.com/

Γιατί ο Χριστός είπε στους μαθητάς του ότι πρέπει να είναι το «άλας της γης»;




— Γιατί ο Χριστός είπε στους μαθητάς του ότι πρέπει να είναι το «άλας της γης»(Ματθ.ε'13)ρώτησε η καθηγήτρια τα παιδιά.
Πολλές απαντήσεις δόθηκαν στο ερώτημα αυτό.
Είπαν ότι οι Χριστιανοί πρέπει να νοστιμίζουν την ανθρώπινη ζωή.
Είπαν ότι οι Χριστιανοί πρέπει να προφυλάξουν την κοινωνία από την σαπίλα της αμαρτίας...
Σε μια στιγμή όμως, μια μαθήτρια πετάχθηκε και είπε:
— Και κάτι άλλο, κυρία. Το αλάτι προκαλεί την δίψα...
Πράγματι, η ζωή του Χριστιανού πρέπει να είναι τόσο χαρούμενη και ζηλευτή,
που οι άλλοι άνθρωποι να την ποθούν και διψώντας την να έρχονται στο Χριστό.

Κωνσταντίνου Κούρκουλα
https://proskynitis.blogspot.com/