Σελίδες

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Ἀββᾶς Ἀγάθωνας


 Μιὰ φορά, ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθωνας, πήγαινε στὴν πόλη νὰ δώσει τὸ ἐργόχειρό του καὶ νὰ προμηθευτεῖ τὸ λίγο ψωμάκι του, βρῆκε κοντὰ στὴν ἀγορὰ ἕνα πτωχὸ γέρο ἀνάπηρο.
-Γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, Ἀββᾶ, ἄρχισε τὰ παρακάλια ὁ γέρος μόλις εἶδε τὸν Ὅσιο, μὴ μὲ ἀφήσεις καὶ ἐσὺ ἀβοήθητο τὸν δυστυχῆ, πάρε μὲ κοντά σου.
Ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων τὸν ἔβαλε νὰ καθίσει δίπλα του ἐκεῖ ποὺ ἀράδιασε τὰ καλάθια του γιὰ νὰ τὰ πουλήσει.
-Πόσα λεπτὰ πῆρες, Ἀββᾶ; Τὸν ρωτοῦσε ὁ γέρος κάθε φορᾶ ποὺ ἔδινε ἕνα καλάθι.
-Τόσα, τοῦ ἔλεγε ὁ Ὅσιος.
-Καλὰ εἶναι. Δὲν μοῦ ἀγοράζεις ὅμως μιὰ μικρὴ πίττα, Ἀββᾶ; Ἔτσι γιὰ νὰ δεῖς καλό, ποὺ ἔχω ἀπὸ χθὲς βράδυ νὰ φάγω.
-Μετὰ χαρᾶς, ἔλεγε ὁ Ὅσιος καὶ ἔκανε ἀμέσως τὴν ἐπιθυμία του.

Σὲ λίγο του ζήτησε φροῦτα, ὕστερα ἕνα γλυκό. Ἔτσι σὲ κάθε καλάθι ποὺ πουλοῦσε ἐξόδευε τὰ χρήματα, χάρη τοῦ προστατευόμενού του, ἑὼς ὅτου ἔδωσε ὅλα τα καλάθια καὶ ὅλα τα χρήματα ὁ Ὅσιος χωρὶς νὰ τοῦ μείνει γιὰ τὸν ἑαυτό του οὔτε δίλεπτο. Καὶ τὸ σπουδαιότερο πὼς τὸ ἔκανε μὲ μεγάλη προθυμία, ἐνῶ ἤξερε πὼς εἶχε νὰ περάσει τώρα τουλάχιστον μιὰ ἑβδομάδα χωρὶς ψωμί. Ἀφοῦ ἔδωσε καὶ τὸ τελευταῖο του καλάθι ἑτοιμάσθηκε νὰ φύγει ἀπὸ τὴν ἀγορά.
-Φεύγεις λοιπόν; Τὸν ἐρώτησε ὁ ἀνάπηρος.
-Ναὶ τελείωσα πιὰ τὴ δουλεία μου.
-Ἀϊ τώρα θὰ κάνεις ἀγάπη νὰ μὲ πᾶς ὡς τὸ σταυροδρόμι καὶ ἀπὸ ἐκεῖ φεύγεις γιὰ τὴν ἔρημο, εἶπε πάλι παρακαλεστικὰ ὁ παράξενος γέρος.
Ὁ ἀγαθότατος Ἀγάθων τὸν φορτώθηκε στὴν πλάτη του καὶ μὲ πολλὴ δυσκολία τὸν μετέφερε ἐκεῖ ποὺ τοῦ ζητοῦσε γιατί ἦταν κατάκοπος ἀπὸ τὴν ἐργασία τῆς ἡμέρας.
Σὰν ἔφτασαν στὸ σταυροδρόμι καὶ ἑτοιμάστηκε νὰ ἀποθέσει κάτω το ζωντανὸ φορτίο του, ἄκουσε γλυκεία φωνὴ νὰ τοῦ λέγει.
-Εὐλογημένος νὰ εἶσαι, Ἀγάθων, ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ στὴ γῆ καὶ στὸν Οὐρανό.

Ἐσήκωσε τὰ μάτια ὁ Ὅσιος νὰ δεῖ ἐκεῖνον ποὺ τοῦ ὡμιλοῦσε. Ὁ δῆθεν γέρος εἶχε γίνει ἄφαντος γιὰ τὴ ἦτο Ἄγγελος σταλμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ δοκιμάσει τὴν ἀγάπη τοῦ Ὅσιου.

http://salpismata.blogspot.com.eg/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου